Σάββατο, Νοεμβρίου 28, 2009

Ο ύπνος, μόνο.

Οταν ήμουν παιδάκι 5-6 χρονών, ξυπνούσα την νύχτα. Τα ρούχα μας τα βάζαμε από βραδύς όμορφα στις καρέκλες όμως συνήθως οι κάλτσες, κρεμασμένες στην ράχη τους έπαιρναν την μορφή καλλικαντζαρέων και τότε χωνόμουν γρήγορα στο πλάι του αδελφού μου προσέχοντας να μην φύγουν τα μανταλάκια. Τα μανταλάκια ήταν δυο μανταλάκια σιδερένια ενωμένα με υφασμάτινη ταινία που περνούσε κάτω από το στρώμα και κούμπωναν στο σεντόνι για να μην κρυολογούμε την νύχτα. Ετσι φασκιωμένα με τα σκεπάσματα ξαπλώναμε το βράδυ ο αδελφός μου κι εγώ σε δυο ντιβανάκια με σομιέ και βαμβακερό στρώμα. Μιλούσαμε σιγανά για λίγη ώρα πριν μας πάρει ο ύπνος γιατί η ώρα του ύπνου 9.30 ακριβώς δεν έπρεπε να παραβιαστεί εκτός την ημέρα της Ανάστασης και της Πρωτοχρονιάς ίσως. Ο αδελφός μου με περνούσε τρια χρόνια και δεν φοβόταν. Περίμενε να κοιμηθώ πρώτα και μετά μετακόμιζε στο κρεββάτι μου. Το πρωί ξυπνούσαμε σε διαφορετικά κρεββάτια.

Εφηβη με έπαιρνε ο ύπνος πάνω στο βιβλίο ενώ μελετούσα τα μαθήματα της επομένης. Ξυπνούσα από ένα μικρό λόξυγκα στο στομάχι και την αίσθηση ότι είχα μουσκέψει το βιβλίο από το σάλιο που είχε κυλήσει όπως είχα στρέψει στο πλάι το κεφάλι μου.

Βηχαλάκια, ρουθουνίσματα και ελαφρά βηματάκια των παιδιών στο διάδρομο πριν χωθούν τελικώς στο κρεβάτι μου, με έκαναν να κοιμάμαι ελαφρά όταν έγινα μητέρα. Για αρκετά χρόνια όταν ήταν άρρωστα δεν ήμουν και πολύ σίγουρη αν θα κοιμηθώ ολόκληρη την νύχτα στο σπίτι ή σε κάποιο νοσοκομείο μιας και συχνά μας επισκεπτόταν η.....λαρυγγίτιδα! Συνήθισα να κοιμάμαι διπλωμένη σε νοσοκομειακά κρεββάτια στα πόδια τους ή στην καρέκλα.

Δεν κουνιέμαι καθόλου όταν κοιμάμαι και αν πλαγιάσω μόνη μου δεν χρειάζεται καν να στρώσω το πρωί το κρεββάτι μου. Δεν ροχαλίζω παρά σπάνια. Αν δω όνειρο που μου αρέσει σηκώνομαι και το γράφω. Δεν ξυπνώ την νύχτα. Ούτε για να πάω τουαλέτα ούτε για να πιω νερό. Κοιμάμαι στο πλάι. Θα ήθελα μια φορά να τοποθετήσω μια κάμερα να με καταγράψει όσο κοιμάμαι. Με ενδιαφέρει περισσότερο να δω πώς κινούμαι κατά την διάρκεια του ύπνου. Τα χέρια, την στάση των ποδιών και προ παντός να παρατηρήσω το πρόσωπο. Βλέπουμε το πρόσωπό μας πάντα με τα μάτια ανοιχτά. Μέσα στον καθρέφτη ή έχουμε την εικόνα του μέσα στο μυαλό μας. Πώς μοιάζω με κλειστά μάτια και μάλιστα όταν χάνω την επίγνωση του κόσμου γύρω μου;

Το πράγμα αποκτά ενδιαφέρον γιατί όσο είμαι ξύπνια έχω ένα ύφος. Το πρόσωπό μου έχει μια έκφραση όταν συναντώ έναν φίλο, άλλη όταν μιλώ με τον μπακάλη, άλλη με τα παιδιά μου, άλλη με τον σύντροφό μου, άλλη όταν περπατώ, όταν είμαι στο μετρό ή ταξιδεύω με το αεροπλάνο. Ακόμα και όταν γράφω έχω κάποιο ύφος ανάλογα με αυτά που σκέπτομαι. Το πιο αξιοθρήνητο ύφος είναι όταν προσποιούμαι ένα ύφος σαν ηθοποιός. Συμβάσεις κοινωνικές ή ακόμα χειρότερα διαπροσωπικές σχέσεις. Να πρέπει να διατηρήσεις ύφος παρεξηγημένου ενώ έχεις κι εσύ λερωμένη την φωλιά σου...

Οταν όμως κοιμάμαι όλα αυτά τα προσωπεία αλλά και τα πραγματικά, όλα τα ύφη που εναλλάσσονται καθημερινά στο πρόσωπό μου καθώς ζω, αισθάνομαι ή υποκρίνομαι εξαφανίζονται. Είναι τότε το πραγματικό μου πρόσωπο έτσι όπως το έχει σμιλέψει μόνο ο χρόνος.

 Ο άνθρωπος που κοιμάται τι έκφραση έχει ακριβώς; Κάτι μου λέει ότι η τέχνη ιδίως της γραφής, έχει κοινά σημεία με το πρόσωπο ενός ανθρώπου που κοιμάται.

 
...ευχαριστώ για τον χρόνο σου.