Σάββατο, Μαΐου 23, 2009

Οι χτίστες.

Πέρασε το γεφύρι κρατώντας προσεκτικά το φαγητό που του είχε ετοιμάσει για κολατσιό, κυκλώνοντάς το με τις χούφτες για να μην διαφύγει η ζέστα, την αρπάξει ο αέρας και την σκορπίσει σε μέρη αδειανά. Δυο άνδρες, ξενομερίτες σίγουρα γιατί έκαμαν στην άκρη να περάσει, συζητούσαν ορθοί, φαίνεται από ώρα. Πρόσεξε ότι άλλαζαν πόδι. Τον είδε από μακριά να υψώνει την μάντρα βάζοντας την πέτρα πάνω στην πέτρα. Ο άνδρας της ήταν μάστορας καλός και δεν δυσκολεύτηκαν να στήσουν ένα μικρό νοικοκυριό στον καινούργιο τόπο. Τον παρατήρησε όσο έτρωγε κουνώντας κι αυτή ασυναίσθητα τα χείλη, ξεροκαταπίνοντας πού και πού. Επιστρέφοντας ήταν ακόμα εκεί, όρθιοι συνέχιζαν να μιλούν. Πέρασε ξυστά και αυτή την φορά, ίσως επειδή η φιγούρα της είχε εντυπωθεί στην μνήμη τους να περνά πριν λίγη ώρα, παρέμειναν ακίνητοι όπως παραμένεις ακίνητος σε ένα σύννεφο που περνά. Σκέφτηκε ότι αυτοί οι δυο έκτιζαν κι αυτοί τον κόσμο αλλά με λόγια.

υγ. Αφιερωμένο στον Διονύση.

Παρασκευή, Μαΐου 15, 2009

Κατεβαίνοντας την Αλεξάνδρας.

Κατεβαίνω την Αλεξάνδρας.
Η Αθήνα σφύζει από ζωή.
Στο ραδιόφωνο παίζει ένα κομμάτι του Ελβις. Μ΄αρέσει και το βάζω δυνατά. Και στα άλλα αυτοκίνητα παίζουν μουσική. Ολα τα παράθυρα ανοιχτά. Το βάζω πιο δυνατά και οδηγώ τώρα ένα αεροπλάνο. Η λεωφόρος ανοίγει και λάμπουν τα φτερά. Στρέφω το κεφάλι. Δίπλα μου τσουλά ήσυχα ένα κίτρινο ασθενοφόρο του Ε.Σ.Υ.
Ο Ελβις.
Εγώ. Το αεροπλάνο μου.
Και ο ασθενής κατεβήκαμε χθες παρέα την Αλεξάνδρας.

Πέμπτη, Μαΐου 14, 2009

Καλοκαιρινά.

Ηλθε το καλοκαίρι.
Εβγαλαν τα καφενεία και οι ταβέρνες τα τραπεζάκια έξω.
Εγώ όμως δεν ενδιαφέρομαι γι αυτά τόσο όσο για τα ρούχα τα καλοκαιρινά που έβγαλαν οι άνθρωποι και τα φορούν σαν σαλιγκάρια.
Πολύχρωμοι έγιναν ξαφνικά οι δρόμοι και το μαύρο χτυπά άσχημα στο μάτι.
Η σάρκα των ανθρώπων είναι ακόμα λευκή.

Σε ένα μήνα οι άνθρωποι θα πάρουν πάλι την συνηθισμένη τους όψη.
Εχουν αυτό το ιδίωμα τα πρώτα καλοκαιρινά. Να μοιάζει η πόλη λίγο με κρεοπωλείο.

 
...ευχαριστώ για τον χρόνο σου.