Σάββατο, Μαΐου 23, 2009

Οι χτίστες.

Πέρασε το γεφύρι κρατώντας προσεκτικά το φαγητό που του είχε ετοιμάσει για κολατσιό, κυκλώνοντάς το με τις χούφτες για να μην διαφύγει η ζέστα, την αρπάξει ο αέρας και την σκορπίσει σε μέρη αδειανά. Δυο άνδρες, ξενομερίτες σίγουρα γιατί έκαμαν στην άκρη να περάσει, συζητούσαν ορθοί, φαίνεται από ώρα. Πρόσεξε ότι άλλαζαν πόδι. Τον είδε από μακριά να υψώνει την μάντρα βάζοντας την πέτρα πάνω στην πέτρα. Ο άνδρας της ήταν μάστορας καλός και δεν δυσκολεύτηκαν να στήσουν ένα μικρό νοικοκυριό στον καινούργιο τόπο. Τον παρατήρησε όσο έτρωγε κουνώντας κι αυτή ασυναίσθητα τα χείλη, ξεροκαταπίνοντας πού και πού. Επιστρέφοντας ήταν ακόμα εκεί, όρθιοι συνέχιζαν να μιλούν. Πέρασε ξυστά και αυτή την φορά, ίσως επειδή η φιγούρα της είχε εντυπωθεί στην μνήμη τους να περνά πριν λίγη ώρα, παρέμειναν ακίνητοι όπως παραμένεις ακίνητος σε ένα σύννεφο που περνά. Σκέφτηκε ότι αυτοί οι δυο έκτιζαν κι αυτοί τον κόσμο αλλά με λόγια.

υγ. Αφιερωμένο στον Διονύση.

1 σχόλιο:

  1. Ντιάνα, ευχαριστώ πολύ, είσαι πολύ ευγενική.

    Και κάπως έτσι είναι και η ποίηση. Χτίζει το κόσμο, όχι ακριβώς με τα λόγια, αλλά με το λόγο (εδώ είναι η διαφορά).

    Ανάμνηση κυτταρική και τελετουργική επανάληψη (εν είδει μικρογραφίας σε κλίμακα κόσμων) της πρώτης θεουργίας που έβγαλε "κάτι" από το "χάος" δια της δυνάμεως του λόγου.

    Να είσαι καλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

 
...ευχαριστώ για τον χρόνο σου.