Κυριακή, Μαρτίου 23, 2008

Το πέπλο.

-Τι έκανες τόσους χρόνους που έλλειπα, ρώτησε στρίβοντας καπνό στο λεπτό τσιγάρο του.
-Έγραφα, <είπε>.
-Δεν ύφαινες; Δεν ξήλωνες την νύχτα;
-Μόνο όσο το απαιτούσαν οι ανάγκες των χαρακτήρων, είπε μετά από μια στιγμή δισταγμού. Έγραφα την ημέρα. Την νύχτα έσβηνα. Ξέρεις την νύχτα οι χαρακτήρες γίνονται απαιτητικοί, δεν επιζούν με τα εφόδια της ημέρας....
-Οι μνηστήρες είναι τότε ένα ψέμα, απόρησε.
-Όχι, είναι εκεί έξω. Αυτούς ποτέ μου δεν τους πείραξα. Μου ήταν απαραίτητοι, <είπε>. Πρέπει να υπάρχουν και να με διεκδικούν κι εγώ να ανθίσταμαι, αλλιώς ο μύθος καταρρέει. Δίχως αυτούς αληθινά δεν θα έγραφα. Ούτε καν το πέπλο δεν θα είχα εφεύρει...
- Της φαντασίας σου είναι κι αυτό;
- Αφού κανείς δεν το έχει δει. Εγώ το περιέγραψα. Είπα είναι λεπτό, νυφικό, άσπρο. Κι εκείνοι το πίστεψαν. Περίμεναν να το υφάνω....
- Κάποτε θα τελείωνε ωστόσο. Πώς το σκέφτηκες; Μέχρι πότε νόμισες μπορούσες να τους ξεγελάσεις;
-Ω, δεν ξέρω! Το μακραίνω, τους έλεγα κάθε φορά που ρωτούσαν. Θέλω να είναι πέπλο βασιλικό. Έτσι διέφυγα της προσοχής τους, σε λίγο ξέχασαν το σκοπό που το ύφαινα....Το πέπλο, τους έλεγα κάθε που ρωτούσαν. Το πέπλο, έλεγαν κι εκείνοι, ξεχάστηκε ο γάμος .....
-Όμως είναι ο Αργος, τον είδα, υπάρχει αυτός. Με αναγνώρισε....
-Ναι, υπάρχει. Πρέπει να γαβγίσει όταν σε δει....
- Εστω! Ο Τηλέμαχος, τι έχεις να αντιγυρίσεις γι αυτόν; Είναι δικός μας γιος!
- Όμως, μόνο εγώ γνωρίζω ποιος είναι ο πατέρας του!
- Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι αυτό το νησί είναι η Ιθάκη. Ότι πατώ τα χώματά της και ότι αυτό είναι το παλάτι μου που άφησα χρόνια πριν....
- Πράγματι υπάρχουν ! Και το νησί και το παλάτι στο μέτρο που το επιτρέπει η ιστορία μου! Τόσους χρόνους σχεδιάζω την επιστροφή σου!
- Δεν υπάρχω λοιπόν. Είμαι ένα δημιούργημα της ονειροφαντασίας σου, θλιβερή βασίλισσα....
- Όχι, δεν υπάρχεις! Κοίτα, να, τι έγραψα: «ο Οδυσσέας ποτέ δεν έφυγε. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν ποτέ να επιστρέψει». Δεν είναι τούτος ο σκοπός ενός ήρωα; Να στοιχειώνει μια ιστορία για να υπάρξει το χέρι που την γράφει;


Ω, μην τσακώνεστε, είπε το χέρι που έγραφε. Μου φαίνεται καλό. Τελεία.


Οι μνηστήρες έξω στη αυλή σταμάτησαν άξαφνα το γλέντι. Επαψε ο θόρυβος του αργαλειού, είπε ένας μέσα στην άβολη σιωπή. Το πέπλο, είπε ένας δεύτερος δείχνοντας τα βασιλικά παράθυρα. Πέταγε μακρύ, αραχνοΰφαντο στο δειλινό σπρωγμένο από το ελαφρύ αεράκι.....

 
...ευχαριστώ για τον χρόνο σου.