Πέμπτη, Φεβρουαρίου 21, 2008

Ο εξομολογητής.

Εγώ: πάτερ, κάνω τόσο άσχημες σκέψεις για τους ανθρώπους που σιχαίνομαι τον ίδιο μου τον εαυτό. Είμαι ένας άνθρωπος τιποτένιος σαν τις σκέψεις μου.

Ο εξομολογητής: τέκνο μου είσαι ταπεινός άνθρωπος που το παραδέχεσαι αυτό. Ακόμα και οι άγιοι της Εκκλησίας μας, οι άγιοι Απόστολοι και ο ίδιος ο Κύριός μας είχαν πάντα τον πειρασμό του Έξω από δω....

Εγώ: πάτερ, δεν είμαι άγιος, απόστολος, Ιησούς Χριστός. Δεν είμαι ταπεινός. Είμαι ένας απλός άνθρωπος γεμάτος σκουλήκια που κατατρώγουν ό,τι καλό υπάρχει γύρω του. Για την ακρίβεια, δεν βρίσκει τίποτα καλό γύρω του αλλά και αν είναι, το μαγαρίζει με την σκέψη του.

Ο εξομολογητής: το Κακό τέκνο μου το ελέγχουμε με την διδασκαλία του Κυρίου μας. Είναι αμαρτήματα εν διανοία αυτά, σημασία έχουν οι πράξεις....

Εγώ: οι πράξεις μου είναι καλές Πάτερ! Όλοι οι άνθρωποι με θεωρούν καλόν άνθρωπο αλλά εμένα η ψυχή μου είναι κατάμαυρη. Είμαι ένας ποταπός άνθρωπος με κακές σκέψεις και καλές πράξεις.

Ο εξομολογητής: ο Θεός τέκνο μου θα σε ανταμείψει για τον αγώνα σου...

Εγώ: δεν θέλω να με ανταμείψει όταν πεθάνω. Θέλω τώρα να απαλλαγώ και να γίνω άνθρωπος με καθαρή διάνοια. Έχω χάσει την αθωότητά μου.

Ο εξομολογητής: ζητάς το αδύνατο τέκνο μου. Όλη η ζωή είναι ένας αγώνας με το Κακό.

Εγώ: μα εγώ είμαι το Κακό. Ο εαυτός μου είναι κακός. Το Καλό είναι άλλο από μένα. Ξένο, πλαστό. Το πράττω από φόβο.

Ο εξομολογητής: ....να πράττεις το μέτρο.

Εγώ: ποιος είσαι εσύ που μιλάς μέσα μου;

Ο εξομολογητής: είμαι ο Σωκράτης.

Εγώ: τι είναι μέτρο;

Ο εξομολογητής: να πράττεις εναλλάξ το κακό με το καλό.

Εγώ: το "καλό" και το "κακό"; Δεν είναι έννοιες μεταγενέστερες αυτές;

Ο εξομολογητής: ναι, είναι. Αντικαταστήσανε το «μέτρο» του αιώνα μου.

Εγώ: εσύ, Σωκράτη έπραξες το μέτρο που ήπιες το κώνειο;

Ο εξομολογητής: ...να κλέψεις την φωτιά τότε και να γίνεις δυνατός.

Εγώ: ποιος είσαι εσύ;

Ο εξομολογητής: είμαι ο Προμηθέας.

Εγώ: τι θα πει δυνατός;

Ο εξομολογητής: αυτός που βάζει μόνος του τους κανόνες. Τους θεσπίζει.

Εγώ: εσύ τι κέρδισες που θέσπισες την δική σου φωτιά;

Ο εξομολογητής: το αιώνιο Πυρ!

Εγώ: τι είναι αυτό;

Ο εξομολογητής: είναι ένας γύπας γαμψός που σου κατατρώγει τα σπλάχνα. Γεννιόνται όμως ξανά και ξανά και ζεις μέσα από αιώνιες αμφιβολίες.

Εγώ: δεν μου φαίνεται πολύ ωραίο αυτό....

Ο εξομολογητής: ....τότε να ζεις μόνο μέσα από τις αναζητήσεις των καρπών.

Εγώ: ποιος είσαι εσύ πάλι;

Ο εξομολογητής: είμαι ο καρποσυλλέκτης....

Εγώ: και πού βρίσκεις τους καρπούς;

Ο εξομολογητής: ολούθε, δεξιά –αριστερά, πάνω και κάτω, χωμένοι στη γη, κρέμονται από τα δένδρα, κυλιούνται κάτω και τους πατάς.....

Εγώ: δεν βλέπω τίποτα ....κανένα δένδρο....

Ο εξομολογητής: λογικό μου φαίνεται. Είσαι πάνω στο δένδρο, εσύ, ο ίδιος ο καρπός του.

Εγώ: ναι, βλέπω γύρω μου φύλλα πράσινα. Θροΐζουν. Γιατί το δένδρο μου δεν έκαμε άλλους καρπούς;

Ο εξομολογητής: έκανε, πώς δεν έκανε. Εγώ τους έκοψα. Είμαι .....ο καρποσυλλέκτης!

Εγώ: θα μαζέψεις τώρα και μένα. Βλέπω το καλάθι σου. Ω! είναι αδειανό! Γι αυτό είσαι εδώ λοιπόν; Πεινάς και ήλθες να κόψεις τον μοναδικό καρπό....

Εξομολογητής: δεν πεινώ.

Εγώ: τότε γιατί ήλθες, γιατί κουβαλάς το καλάθι σου;

Ο εξομολογητής: χρειάζομαι τους σπόρους σου.

Εγώ: τους σπόρους μου;

Ο εξομολογητής: ναι, μαζεύω τον τελευταίο καρπό από κάθε δένδρο και τους φυλάω σε αυτό το καλάθι. Έτσι δεν θα χαθεί ποτέ κανένα δένδρο.

Εγώ: ω! θα με λιώσεις λοιπόν; Θα με κόψεις στα δυο! Θα με τεμαχίσεις για να πάρεις τους σπόρους μου; Ωωωωω, πονώ, ήδη νιώθω το μαχαίρι σου στην τρυφερή μου σάρκα, το άρωμά μου στεγνώνει από τη σκιά σου που ρίχνεις πάνω μου....

Ο εξομολογητής: πρέπει να το κάνω.

Εγώ: ω, άσε με τουλάχιστον για τελευταία φορά να δω το δένδρο που κατοίκησα! Πρώτη φορά ακούω το απαλό του θρόισμα......είναι τόσο γλυκό, σαν κι εμένα....

Ο εξομολογητής: έτσι είναι. Σε έθρεψε με τους χυμούς του.

Εγώ: είμαι τότε η ουσία του!

Ο εξομολογητής: είσαι η πεμπτουσία του για την ακρίβεια!

Εγώ: ω! είναι παρήγορο αυτό...λίγο....

Ο εξομολογητής: και για μένα .

Εγώ: και για σένα; Γιατί για σένα;

Ο εξομολογητής: είσαι το Καλό. Το καλό του Δένδρου.

Εγώ: είμαι το Καλό του Δένδρου! Πώς δεν το έβλεπα τόσον καιρό;

Ο εξομολογητής: χρειάζεσαι πάντα κάποιον άλλον για να δεις ότι είσαι το Καλό.

Εγώ: ω! Δίκιο έχεις! Κι εγώ που νόμιζα ....Άρα αν με κόψεις, θα κόψεις το Καλό! Και θα το φυλάξεις;

Ο εξομολογητής: ναι, θα το φυλάξω να μην χαθεί από τα Δένδρα.

Εγώ: μου το υπόσχεσαι ότι θα το κάνεις αυτό; Στο λόγο της τιμής σου;

Ο εξομολογητής: μα είναι και δικό μου συμφέρον! Αν χαθεί το Καλό, τι καρπούς θα συλλέγω;

Εγώ: κόψε με τότε. Σηκώνω την χαίτη μου.
Προβάλλει δες λευκός ο αυχένας μου!
Μια ηλιαχτίδα χρυσή πώς παιγνιδίζει στον λαιμό μου,
ω! είναι όμορφο να σε κόβουν από τέτοιο σκοπό!
Γλυκαίνει πιότερο η μυρωδιά μου,
δες μια ηλιαχτίδα χρυσή πώς παίζει στο λαιμό μου,
προβάλλει πάλλευκος σαν κύκνος ο λαιμός μου.......

Ο εξομολογητής: ....χρατςςςςςςςςςςς!

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 18, 2008

Το μασκαροχιόνι.

Φαίνεται ότι η πόλη μου το πήρε κατάκαρδα που της είπα ότι είναι μουντζουρωμένη και αποφάσισε να ...μασκαρευτεί...



...όπως τον πρώτο καιρό των παγετώνων, σκέφτηκε, ο Ανθρωπος δεν έχει τίποτε να τραφεί.

Την ημέρα έριξε χιόνι πάνω από τα σπίτια ...



και τη νύχτα συνέχιζε με ρυθμό δριμύ...μέχρι που τα κάλυψε όλα...




Οι άνθρωποι κλείστηκαν μέσα και σκέφτηκαν την παλιά εκείνη εποχή όπου τα πράγματα ήταν φτωχικά, χωρίς φως και που όλοι περίμεναν το χιόνι για να έχουν νερό...



Η πόλη σκεφτόταν κι εκείνη και συχνά τρύπωνε από την καμινάδα για να ζεσταθεί...κρύωνε πολύ. Η καρδιά της ήταν άδεια...





Οι άνθρωποι κάθισαν μαζί της στην φωτιά και σκέφτηκαν τι μπορούσαν να κάνουν για να ζεστάνουν την πόλη τους ...

μερικοί θυμήθηκαν τα παλιά έθιμα ...





άλλοι έπαιξαν με τους πάγους της προσπαθώντας να συμφιλιωθούν μαζί της...




άλλοι ονειρεύτηκαν μια πόλη όπου οι άνθρωποι θα χόρευαν μέσα στο κρύο αψηφώντας τα άδεια της μάτια..




Παρασκευή, Φεβρουαρίου 08, 2008

Τα τείχη.

Γυρίζουμε λευκοί και άοσμοι μέσα σε μια μουντζουρωμένη πόλη.






 
...ευχαριστώ για τον χρόνο σου.