Τετάρτη, Ιανουαρίου 30, 2008

Τα πνεύματα.

Πεθύμησα τους τόνους και τα πνεύματα.

Ηταν κάτι μικρά σημαδάκια πάνω από τα φωνήεντα που μας ταλαιπωρούσαν. Εδιναν όμως ένα μυστήριο στην γλώσσα. Ισως να ήταν εκείνο το ακατανόητο στοιχείο που διέφευγε παρά τις εξηγήσεις της κυρά- Γραμματικής, όπως ακριβώς γίνεται με μια γυναίκα που στολίζεται με πολύ συγκεκριμένα πράγματα αλλά με έναν δικό της τρόπο τελείως προσωπικό ώστε το αποτέλεσμα να κρατά πάντα ένα στοιχείο κρυφό.

Η λέξη «τόνος» μας προδιέθετε για την χρησιμότητά του μα όπως και οι σημερινοί μαθητές, περνούσαμε ώρα πολλή πάνω από τις πρώτες αράδες μας συλλαβίζοντας μεγαλόφωνα ώσπου να καταλήξουμε πού θα τον τοποθετήσουμε. Οι απόπειρές μας συχνά κατέληγαν σε διφορούμενα αποτελέσματα που μαζί με τις ανορθογραφίες μας προξενούσαν γέλιο στους μεγαλύτερους. «Κάλλη χρόνια» αντί για «καλή χρονιά» τους έκανε πιθανότατα να σκεφτούν ότι τα πρώτα δεν πάνε με τα δεύτερα ενώ ο σωστός τονισμός αποκαθιστούσε τα πράγματα.

Αφού ξεπεράσαμε αυτό το στάδιο, υπήρχε πρόβλημα με την περισπωμένη. Εκτός από την καλλιγραφίας της- υπήρχαν όλων των ειδών, καμπυλωτές σαν ναζιάρικο φρύδι, κυματιστές ή τελείως λιτές πάντα όμως έπεφταν σαν κεραυνός πάνω στην συλλαβή- έπρεπε να γνωρίζεις κάποιον κανόνα για να την χρησιμοποιήσεις, ειδεμή η αμφιβολία σε κατέτρωγε. Το θέμα ήταν να καταλάβεις γιατί τα «μήλα» παίρνουν οξεία ενώ το «μήλο» περισπωμένη. Συνήθως μετά το πέρας του διαγωνισμού διαπιστώναμε ότι κατά την κλίση των ονομάτων τις είχαμε τοποθετήσει λάθος. Η βαθμολογία έπεφτε κατακόρυφα και σου έμενε κατά νου ες αεί ότι «μακρό προ μακρού οξύνεται» ενώ «μακρό προ βραχέως περισπάται».

Τα πράγματα ήταν ολοφάνερα δύσκολα με τα πνεύματα. Δασεία, ψιλή, τι να βάλεις δεν ήξερες. Και η λέξη «πνεύμα» είχε από μόνη της κάτι το τρομακτικό. Ωστόσο υπήρχε μια ομοιομορφία σε ορισμένες περιπτώσεις. Φερ ειπείν,ήξερες ότι οι λέξεις από ύψιλον δασύνονται. Κανείς ωστόσο εκείνα τα χρόνια δεν στάθηκε στην έννοια της λέξεως «δασύς». «Πυκνός» και όσον αφορά στην προφορά «φωνήεν που συνοδεύεται από εκπνοή αέρα», κάτι που εξηγεί γιατί τα δάνεια από την ελληνική γράφονται με το δασύ λατινικό h αντικαθιστώντας το αρχικό δασύ φωνήεν της ελληνικής, helicoptere, hymne και λοιπά. Ηταν μια παράλειψη αυτό. Θεωρεί κανείς ότι τέτοιες εξηγήσεις είναι δυσνόητες για τα κεφαλάκια της πρώτης μαθησιακής ηλικίας. Ωστόσο ήταν πολύ πιο βαρύ το φορτίο των ανεξήγητων κανόνων. Στηρίζονταν στην τυφλή αποστήθιση ταλαιπωρώντας μας ακριβώς όπως εκείνοι οι αμέτρητοι κανόνες του savoir-vivre, πώς πρέπει να χαιρετούμε τους μεγαλύτερους, πώς να τρώμε στο τραπέζι ή να φυσούμε την μύτη μας. Ολες οι εξηγήσεις που τους φώτισαν αργότερα αποκάλυψαν έναν ιδιαίτερο κόσμο πλήρη φαντασίας, πολύ πιο κοντινό στην ιδιοσυγκρασία της παιδικής ηλικίας. Το να απλουστεύεις τα πράγματα είναι σαν να τα γδύνεις από την ουσία τους. Και είναι λογικό όταν χάνεται η ουσία να καταντά το απλό δυσνόητο. Από κει κρατά η δυσφορία που ένιωθα χρόνια ολόκληρα για την γραμματική. Ομως πώς γλυκαίνει η γλώσσα όταν την εξηγείς και την νιώθεις σωματικά, σαν πνοή. Θυμάμαι την έκπληξη που δοκίμασα με τα σύμφωνα, όταν τα ξεχώρισα σε χειλικά που προφέρονται με τα χείλη, οδοντικά και του λάρυγγα. Νιώθεις σαν πνευστό, όργανο που χρησιμοποιεί η γλώσσα και όχι το αντίθετο. Συνήθως το ξεχνούμε αυτό με την μητρική μας. Δεν θυμόμαστε πια την εντύπωση που μας έκαναν οι ήχοι στην βρεφική μας ηλικία. Μπαίνουμε στην διαδικασία ξανά με τις ξένες γλώσσες σαν βρεθούμε μπροστά σε ήχους ασυνήθιστους που δεν έχει η μητρική μας. Τότε γινόμαστε ξανά ηχείο. Κι η γλώσσα αποκτά εκ νέου την γοητεία της. Πρέπει να την προσεγγίσεις με τον δικό της τόνο και την δική της μουσικότητα, κάτι που γίνεται και με τις τοπικές διαλέκτους της μητρικής μας. Πολλοί κοροϊδεύουν τα “επαρχιώτικα”. Κι όμως είναι ένας άλλος τρόπος να ακούσεις ξανά όπως όταν πρωτάρχισες να αφουγκράζεσαι την μητρική σου για να μιλήσεις. Πολλές φορές ζήτησα από ανθρώπους άλλης εθνικότητας να μου πουν πώς ακούγεται στο αυτί τους η ελληνική. Εχω την εμπειρία των ξένων γλωσσών, πώς ηχούν, για την δική μου που την μιλώ δεν την έχω. Πρόκειται για ένα είδος κουφαμάρας, σχεδόν αναπηρίας να μην ακούς την γλώσσα σου. Είμαστε λίγο καλύτερα από τους κωφούς που δεν ακούν τίποτα.

Η κατάσταση ήταν λίγο καλύτερη με τα τηλέφωνα. Η χροιά της φωνής περνώντας μέσα από τα καλώδια, άλλαζε και δοκίμαζε κανείς την έκπληξη ακούγοντας μια γνωστή φωνή διαφοροποιημένη. Γίνονταν και φάρσες με μαντήλια μπροστά στο στόμα, καζούρες ή άλλα της καρδιάς που δεν τολμούσαν να εμφανιστούν στο φυσικό τους. Υπήρχε και ένα παιδικό παιγνίδι «το σπασμένο τηλέφωνο» όπου οι λέξεις άλλαζαν δραματικά από παίκτη σε παίκτη καταλήγοντας σε ασυνεννοησία. Ποιος θα το πίστευε ότι θα γίνουν κάποτε τα τηλέφωνα κινητά και ότι θα συνεννοούμαστε σιωπηλά μέσα από μηνύματα. Υπάρχουν τα νοήματα χωρίς τον ήχο. Το γέλιο που σηματοδοτείται από μια συντομογραφία (lol), η θλίψη από μια ηλεκτρονική emoticon. Νιώθεις λίγο θλιβερά διαβάζοντας, δεν υπάρχει καν ο γραφικός χαρακτήρας όπως στα παλιά μηνύματα που άφηνε κάποιος στην πόρτα σου. Και είναι λίγο σαν κοινή αρρώστια από την οποία υποφέρετε και οι δυο σαν απαντάς. Μια διευκόλυνση σαν εκείνες που σου κάνει η τράπεζα ή ριπή από τον κόσμο της τεχνολογίας που ξεριζώνει σιγά-σιγά την γλώσσα σου.

Η κατάργηση του πολυτονικού σήμανε μέσα μου ένα μικρό συναγερμό. Χωρίς να ξέρω γιατί. Σαν προπομπός κάποιου κακού. Πολλοί είπαν για εθνικιστικές αξίες και για την μάχη που έγινε στην Γαλλία για την cedille. Δεν με έπειθε όμως καμιά τέτοια θεωρία. Τώρα καταλαβαίνω βλέποντας την μονοτονική παράταξη των φθόγγων ότι ήταν θέμα αισθητικής. Τα πολυτονικά κείμενα μου φαίνονται πιο μεστά μόνο και μόνο από το πλήθος και την πολυμορφία των τόνων τους. Μου δίνουν την αίσθηση του χορτασμού. Και καταλαβαίνω ότι αυτή η αισθητική ήταν ταιριαστή με το σημαινόμενο. Απογυμνώνοντας την γραφή από τους τόνους δεν ένιωσα απλούστευση αλλά ανοστιά. Κι όλα αυτά για να μην χάνεται ώρα με άχρηστα πνεύματα που δεν αντιστοιχούν σε τίποτα πια, είπαν. Ο όγκος των γνώσεων ήταν τόσος που έπρεπε να καταργηθούν τα περιττά. Πώς χάνεται η ώρα με το περιττό; Δεν είναι η νόστα της ζωής το περιττό;

Και να, που οι συναντήσεις και το απλό τηλεφώνημα φαντάζουν περιττά κι αυτά. Ϊσως με τις νέες προόδους της τεχνολογίας, πέραν του msn messenger και των ηλεκτρονικών μηνυμάτων με τις αθόρυβες γραμματοσειρές, να σιωπήσει περισσότερο ο άνθρωπος. Να προσομοιάσει όλο και περισσότερο εκείνη την άυλο κατάσταση που με τρομοκρατούσε λίγο όταν συνέχεα τα «πνεύματα» της γραμματικής με τα πνεύματα της ονειροφαντασίας που τα περίμενε κανείς να εμφανιστούν ασώματα μέσα από χαλάσματα και πύργους. Τώρα έχουν εκσυγχρονιστεί κι αυτά και προβάλλουν σιωπηλά μέσα από οθόνες παντός είδους.

Τρίτη, Ιανουαρίου 22, 2008

Ο μαζεύοντας σκουπίδια.





Ολη μέρα γυρίζει και ψάχνει στα σκουπίδια. Δεν είναι ρακοσυλλέκτης. Υποφέρει από ένα ζωύφιο που κατατρώγει τα σπλάχνα του. Είναι σαν την ταινία. Το ταϊζει όλη μέρα και ποτέ δεν χορταίνει την πείνα του.

Συχνά ξυπνώ το ξημέρωμα. Ανοίγουν τα μάτια μου από ένα εσωτερικό ρολόι. Ακούω τότε ένα ελαφρύ θόρυβο από τον δρόμο. Είναι ακόμα νύχτα και οι λάμπες δεν έχουν σβήσει. Στην αρχή νόμισα ότι είναι οι σκουπιδιάρηδες ή κάποιο πεινασμένο ζώο που χαρχαλεύει τα σκουπίδια.

Σηκώθηκα μια φορά και τον είδα. Ηταν ένας φτωχοντυμένος άνδρας. Στα χέρια του φορούσε μάλλινα γάντια χωρίς τα δάκτυλα. Φορούσε ένα σκούφο μέχρι τα μάτια και το πρόσωπό του ήταν σκυμμένο. Δεν μπορούσα να δω τα χαρακτηριστικά του αλλά γύρισε μια στιγμή προς τα μένα σαν να είδε την κίνηση στο παράθυρό μου. Μου έριξε ένα βλέμμα αστραπιαίο και μετά συνέχισε να ψάχνει τον κάδο. Τραβήχτηκα πίσω ταραγμένη, τρέμοντας λίγο που τον είχα πιάσει στα πράσα. Σκέφτηκα ότι κανονικά εκείνος θα έπρεπε να ντραπεί όμως δεν τόλμησα να σκύψω μπροστά να δω αν είχε φύγει ή αν ήταν ακόμα εκεί.

Κάθισα έτσι μαγκωμένη αρκετά λεπτά πίσω από τις κουρτίνες. Δεν άκουγα τίποτα πια. Γύρισα στο κρεβάτι μου. Με πήρε ο ύπνος με την μορφή του στα μάτια μου. Ηταν όμορφος. Η φιγούρα του ήταν όμορφη. Τον σκέφτηκα να ανεβαίνει τον δρόμο ψάχνοντας με το σακούλι του όλους τους κάδους. Ηθελα να τρέξω πίσω του.

Ηταν ο καλλιτέχνης.






Υγ. Ο Διονύσης μου πέταξε το γάντι για τους καλλιτέχνες και την σχέση τους με τις κοινωνικές επαναστάσεις. :) Στη προηγούμενη συζήτηση όλοι οι συνομιλητές είπαν πολύ ωραία πράγματα για την τέχνη, την προέλευσή της, τον σκοπό της, τον ρόλο της στην κοινωνία. Για μένα ο καλλιτέχνης είναι ένα ιερό τέρας, φοβερά ερωτικό πάνω απ όλα. Αμα θέλετε γράψτε την γνώμη σας.

Σάββατο, Ιανουαρίου 19, 2008

Αντισταθείτε.

Λαμβάνοντας την πρόσκληση της Faraona πολλά ποιήματα μου ήλθαν στον νου.

Επειδή όμως είναι μια πράξη αντίστασης στην ασχήμια που επικρατεί τον τελευταίο καιρό στην χώρα μας- φανταστείτε να έβγαιναν όλοι οι έλληνες στο μπαλκόνι τους λέγοντας δυνατά ένα ποίημα- σκέφτηκα ότι το ποίημα που θα αναρτήσω δεν μπορεί να προέρχεται παρά από τον χώρο που γεννήθηκε η ιδέα και όπου περνώ τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο μου τον τελευταίο καιρό. Συγχρόνως θέλω να διαδώσω την ιδέα ότι όλοι εμείς που γράφουμε εδώ στο διαδίκτυο, διαθέτουμε το δικό μας οπλοστάσιο. Δεν διαβάζουμε μόνο ποίηση, γράφουμε επίσης, επομένως διαμαρτυρόμαστε με τα δικά μας μέσα.

Διαλέγω λοιπόν το ποίημα ενός συνταξιδιώτη μας.


The Return




Η Μεγάλη Απάτη.



Είχε μαζευτεί οσαύτως όλη η ανθρωπότητα

Έξω απο το ψιλικατζίδικο και διεμαρτύρετο,


βάζαν όλοι τις φωνές,


Πρόκειται για απάτη, απεφάνθησαν τελικώς

Με ένα στόμα και κοιτώντας με κάποια


ελπίδα.


Μην και δεν είναι απάτη, οι επενδύσεις μας

Επ'αυτής της ζωής ήταν επί κινουμένης


άμμου,


Αναγνώρισαν ελλειπτικώς και δραματικώς,

Τα τούτα και τα κείνα μας τα προβάλαμε


όσο μπορούσαμε


Αποκρύπτοντας εντέχνως τα άλλα μας

Ωστόσο δεν λάβαμε υπ'όψη πως κι οι


άλλοι


Μέγα μέλημα είχαν να επιδείξουνε σαφώς

Τα δικά τους τούτα και τα κείνα τους


Και ν'αποκρύψουν φυσικά τα άλλα τους

Όμως το παιγνίδι δεν συνεστήθη με τους


πλέον κατάλληλους όρους


Ότι υποδοχή των όλων προτεταμένων μας

Δεν συναντήσαμε από την άλλη πλευρά


Αντ' αυτού


Είδαμε μόνον προεξοχή και συνεπώς

Τα εύσημα του κύρους δεν εδόθησαν


πρεπόντως


αλλά προχείρως

αν όχι μηδαμώς


Τούτα συνεπλάκησαν με τούτα κι ακόμα

Κείνα συνεσφάγησαν με κείνα ταχέως


Λάθος πιστεύσαμε πως η προεξοχή του άλλου

Μια δική μας θα'τανε υποδοχή λάθος μεγάλο


Ότι χώρος για τους επισήμους δεν υπήρχε

Σε αυτή την βιαστική τελετή για την οποία


τόσα όνειρα θρέψαμε,


δεν υπήρχε χώρος για τους επισήμους,


Επανέλαβαν με ξαφνική αδιαθεσία ενώ

Ο ψιλικατζής μοίραζε ασπιρίνες,


Χώρος για τους επισήμους δεν υπήρχε,

Ξαναείπανε με υπομανιακό τρόπο,


δεν υπήρχε,


Εψώνισαν εν τέλει τα προαποφασισμένα

Ψιλικά τους


και ωδεύσαν πιθανώς προς τα σπίτια τους


πάλι


Ο δε ψιλικατζής τους κοιτούσε με βλέμμα

Στοργικό.










Με την σειρά μου καλώ τους:
για οσο τα ροδα
ioannisxen
ggl
mplim mplom
meril
hollow sky
γουφας
λευτυρακη

Κυριακή, Ιανουαρίου 06, 2008

Περιμένοντας τον Καινούργιο Χρόνο.



Και τι θα κάνεις γιαγιά παραμονή πρωτοχρονιάς, ρωτούσα για να την δοκιμάσω.
– Ε, τσούπρα μου τίποτα, έλεγε, θα πλαγιάσω να κοιμηθώ.
Η απάντησή της μου έφερνε απελπισία.
–Και δεν θα περιμένεις τα μεσάνυχτα, επέμενα. Που θα αλλάξει ο Χρόνος και τόνιζα το Χρόνος για να δείξω την σπουδαιότητα της στιγμής.
– Ε, ο χρόνος θα αλλάξει, μου έλεγε ήσυχα κι εγώ θα σηκωθώ το πρωί να πάω στην εκκλησιά μου......και συνέχιζε τις ασχολίες της χωρίς να ιδρώνει το αυτί της.

Ενιωθα τότε ότι άλλαζε ο ρους των πραγμάτων. Πώς μπορούσε να πέσει να κοιμηθεί; Μέσα μου φύτρωνε άθελά μου, ο σπόρος της αμφισβήτησης για τις φωταψίες και τα στολίδια του κόσμου μου. Συγκρίνοντάς τα με τη λιτότητα και τη σκοτεινιά του δικού της, με κεντούσε η υποψία ότι κάτι μου έκρυβε που έπρεπε οπωσδήποτε να ανακαλύψω. Στην ουσία μια γιορτή κατρακυλούσε από το βάθρο της και έμενε απλή και απέριττη μόνο με το χριστιανικό της ντύμα. Αυτό όμως είναι μια σκέψη τωρινή. Τότε τα λόγια της λειτουργούσαν πάνω μου σαν κρύο ντους, όπως όταν οι προσδοκίες σου διαψεύδονται Το έκανε άθελά της. Ετσι ζούσε!

Επλεξε κατ αυτό τον τρόπο γύρω από το μυαλό μου την θεώρηση ενός άλλου κόσμου που επειδή δεν μπορούσα να τον καταλάβω στον πυρήνα του, με φόβιζε λίγο και αυτό του έδινε ένα παραμυθένιο στοιχείο από το οποίο αντλώ σήμερα ενήλικη. Επανέρχεται αποσπασματικά. Εικόνες, λόγια, μυρωδιές. Βρίσκει τώρα την εξήγησή του αλλά κρατά την μαγεία του. Ηταν ένας κόσμος, αγροτικός. Διαφορετικός από τον μεσοαστικό όπου ανήκα. Μόνο αυτό: διαφορετικός. Το γεγονός ότι η διαφορετικότητά του συνέπεσε με ένα περιεχόμενο ζηλευτό πρέπει να είναι ευτυχής σύμπτωση και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό συγκρίνοντας τον πλούτο που κατέχω σαν εγγονή αγρότισσας με την φτώχεια που θα προκύψει από τις γιαγιάδες της σημερινής εποχής.

Τι άραγε θα θυμούνται τα εγγόνια μου; Πώς θα σταθώ εγώ απέναντι στο μέλλον; Κοιτώντας γύρω μου βλέπω ήδη γιαγιάδες αστές που ακολουθούν την εποχή των παιδιών τους μην έχοντας να παραδώσουν τίποτα το ξεχωριστό στα εγγόνια τους. Υπάρχει σύγκλιση των γενεών και αυτό με τρομάζει. Σε τι διαφέρει σήμερα μια εξηντάρα γιαγιά από την τριαντάρα κόρη της; Ντύνονται το ίδιο, βάφουν τα μαλλιά τους, μακιγιάρονται. Εχουν μοντέρνες αντιλήψεις, καπνίζουν, οδηγούν. Νεάζουν. Με άλλα λόγια απαρνούνται τα γηρατειά τους. Γηρατειά σημαίνει ότι ανήκω σε μια άλλη εποχή και φέρω τα δείγματά της. Το ντύσιμο, το στήσιμο, τα λόγια, την συμπεριφορά. Και ότι με όλα τούτα πλέκω το παραμύθι. Καταφανώς η γιαγιά μου δεν μου είπε κανένα. Γιατί ήταν η ίδια παραμύθι.

 
...ευχαριστώ για τον χρόνο σου.