Τρίτη, Μαΐου 13, 2008

Ο Ξύλινος Ιππότης (μέρος 2).

Η μάχη.

-Δεν φοβάμαι, δεν φοβάμαι είπε από μέσα του ο ψεύτικος ιππότης με μισή φωνή. Το στέρνο πρόβαλε, το χόρτινο. Το προσωπείο το ξύλινο, το ψεύτικο κατέβασε. Στήθηκε έτσι αρματωμένος, πανέτοιμος για την πρώτη του μάχη, την αληθινή. Να δεις τα μάτια του ήταν γεμάτα νύχτες και μέρες και πάλι νύχτες που είχε ονειρευτεί μια αληθινή μάχη και ο αληθινός ιππότης τα ένιωθε να τον διαπερνούν μέσα από το ψεύτικο προσωπείο, το ξύλινο και προς στιγμή δεν ήξερε αν είχε κάνει καλά να δεχτεί μια πρόσκληση από ένα αλλόκοτο ιππότη σαν και τούτο. Δεν είναι καν ιππότης, σκεφτόταν, τούτος ο περίεργος μασκαράς, γιομάτος φύλλα και ξύλο του δάσους. Μυστήριος του φάνηκε, ζωντόβολο και ξωτικό του μπήκε η ιδέα ότι ήταν κι ωστόσο ήταν αργά να κάνει πίσω και λίγο μούδιασε σαν τα σκέφτηκε όλα αυτά κι αμέσως πάλι αναθάρρησε σαν αναλογίστηκε ότι είχε λόγχη από σίδερο και αστραφτερό σπαθί. Ορμησε τότε με βουή. Σύννεφο μεγάλο σηκώθηκε, θαρρείς δέκα ιππότες μαζί ήταν καθώς έστριψε την μούρη του αλόγου του προς τον ιππότη τον ψεύτικο και τα εμβλήματά του άστραψαν στον ήλιο όλο μάλαμα σαν να τον σκέπαζε χρυσή βροχή.

Τούτος άντεξε στη σέλα του.
Την ορμή στο τεντωμένο του στέρνο ένιωσε και τον αγέρα να εισχωρεί από παντού στις φλούδες της πανοπλίας του αλλά δεν έπεσε. Αντέκρουσα, είπε σιγανά. Δεν φοβάμαι κι η ψυχή του έτρεμε κάτι τις σαν είδε το βαρβάτο άλογο του αληθινού ιππότη να ξαναγυρνά, την φοβερή λόγχη, την σιδερένια, του αντιπάλου του να τον ζυγίζει πάλι με την μύτη την σουβλερή. Ορθός στήθηκε ακόμα πιο πολύ και το σπαθί του έβγαλε σαν έσπασε η λόγχη του, ω! κόπηκε στα δυο, όλο φλούδες κι αγκίδες έπεσε πάνω στην γη. Και ο άλλος ιππότης, ο αληθινός - μεγάλη του τιμή- σαν το είδε αυτό, υπάκουσε στους κανόνες της μάχης και την λόγχη του πέταξε κι εκείνος και το σπαθί έπιασε και όρμησε ως όφειλε να κάνει, γιατί η νίκη ήταν σε όποιον κατορθώσει να πετάξει τον αντίπαλο από το άλογο κι ωστόσο και οι δυο στα άλογα ήταν ακόμη, ένας ιππότης αληθινός σιδερόφραχτος και ένας ψεύτικος όλο χόρτους και ξύλα, καμώματα της ονειροφαντασίας, τίποτα της προκοπής.

Τότε, ο ψεύτικος έστριψε με τέχνη το κορμί και δεχόταν το άλογό του όλες τις σπαθιές μέχρι που το σπαθί του αντιπάλου του έσπασε στα δυο, σαν αστείο σπαθί έγινε, παιδικό, καθότι το άλογο ξύλινο δεν υπέφερε ενώ το άλλο το αληθινό, γεμάτο αίμα ήταν και πόναγε πολύ. Σε λίγο λύγισε αιμόφυρτο από τις ξύλινες σπαθιές, το βλέμμα του απλανές κοίταζε το άλλο το ψεύτικο που στεκόταν ακίνητο, λύγισε τέλος κι έπεσε ρίχνοντας στο έδαφος τον αναβάτη του βαρύ.

Τότε, ο ψεύτικος ιππότης πήδηξε από το άλογο και με την μύτη του ξύλινου σπαθιού του, το προσωπείο σήκωσε του αντιπάλου του. Το πρόσωπο του ηττημένου όφειλε να δει κατά το έθιμο κι ο άλλος ιππότης, ο αληθινός, στα χέρια του ήταν τώρα και στην μεγαλοσύνη του αν θα του πάρει ή αν θα του χαρίσει την ζωή.

-Γενναίε ιππότη είπε, που με έριξες στη γη, ένα μόνο σε παρακαλώ αν θελήσεις να μου πάρεις την ζωή. Το όνομά σου θέλω να ξέρω, να μάθω μόνο ποιος με νίκησε. Γιατί αν είσαι ιππότης ξακουστός μεγάλη μου θα είναι τιμή. Αν είσαι όμως
ιππότης φτωχός, τότε τίποτα δεν έμαθα τόσους χρόνους που περιπλανιέμαι πάνω στη γη.

Ο ιππότης μας δαγκώθηκε. Τούτο δεν το είχε σκεφτεί. Οτι δεν είχε όνομα κανένα, δηλαδή. Σκέφτηκε λίγο και ζύγισε τα λόγια του και είπε με προσοχή: με λένε Ξύλινο Ιππότη. Ναι,Ξύλινο Ιππότη επανέλαβε και του άρεσε αυτή η παρήχηση του "υ/ι/ι/η". Εβαλε μετά το ξίφος στην θήκη του και βροντόφωνα είπε: σου χαρίζω την ζωή.

-Αληθινός Ιππότης είσαι, είπε τότε ο άλλος σαν μου χαρίζεις την ζωή. Κι ήταν έτσι το έθιμο, ιππότης σωστός ποτέ να μην σκοτώνει ηττημένο πεσμένο στην γη παρά μόνο την περιπέτεια να συλλέγει για να την πει αργότερα σαν γεράσει στην Αυλή.

-Τα όπλα μου δέξου, είπε ο ιππότης που του είχε χαρίσει την ζωή. Κύριός μου είσαι και δάσκαλός μου από την περιπέτεια αυτή. Εμαθα να μην περιγελώ ιππότη όταν σε μάχη με καλεί. Ακόμη και ξύλινος ιππότης, ψεύτικος, αληθινός σαν και του λόγου σου μπορεί να αποδειχθεί. Αλογο δεν έχω να σου δώσω γιατί το έχασα στη μάχη από την ανοησία μου την τρομερή. Τα όπλα σου τα ξύλινα θα κρατώ όμως με τιμή κι έβγαλε την πανοπλία, την λόγχη παρέδωσε στον νικητή. Κάθισε τώρα στο δάσος να περιμένει άλλον ιππότη να κερδίσει τα όπλα του πάλι από την αρχή.

Ετσι έγινε και ο Ξύλινος Ιππότης απέκτησε άρματα αληθινά. Τα όπλα δέχτηκε και την πανοπλία φόρεσε και κίνησε δρόμο μακρύ. Βάδιζε αργά και τρέκλιζε λίγο από το βάρος το πολύ. Το κορμί του ήταν γερό μα δεν είχε ακόμα συνηθίσει σε πανοπλία αληθινή.
Βάδιζε, βάδιζε ολημερίς. Την νύχτα μόνο την έβγαζε λίγο να ξεκουραστεί, για προσκέφαλο είχε τώρα την μαλαματένια ασπίδα, το αληθινί σπαθί.
Πρώτα είχα ένα άλογο ξύλινο σκεφτόταν, που δεν βημάτιζε μπιτ. Ακίνητο άλογο ήταν και ψεύτικα όπλα είχα και ψεύτικη πανοπλία και ψεύτικες μάχες έδινα που με πήγαιναν πολύ μακριά. Μέχρι το Κάαμαλοτ πήγαινα και την Μεγάλη Αίθουσα έβλεπα και τους Ιππότες ένα γύρω και τις ιστορίες άκουγα και τις δεσποσύνες έβλεπα που με κερνάγαν γλυκό κρασί. Τώρα έχω αληθινά όπλα και μια αληθινή μάχη έδωσα, ωστόσω όσο περπατώ τόσο το Κάαμαλοτ απομακρύνεται πιο πολύ.....

Ετσι σκεφτόταν ο ιππότης μας αναλογιζόμενος το ξύλινο άλογο που του είχε τόσο καλά σταθεί. Βάραινε από τις σκέψεις καθώς όδευε προς το Κάαμαλοτ, βάραινε η πανοπλία, βάραιναν τα όνειρα....

Πρέπει να γυρίσω πίσω,σκεφτόταν κάθε πρωί. Στο ξύλινο άλογο.Δεν είμαι παρά ένας Ξύλινος Ιππότης που απέκτησα αληθινά όπλα από την ανοησία ενός τυχαίου ιππότη. Αν αποκτήσω και αληθινό άλογο, τι άραγε θα συμβεί;

Κι όλο βάδιζε συλλογισμένος προς το Κάαμελοτ, πρέπει να γυρίσω πίσω, σκεφτόταν.

Μα όλο βάδιζε πάνοπλος το πρωί, βαρύς – βαρύς.....

2 σχόλια:

 
...ευχαριστώ για τον χρόνο σου.