Παρασκευή, Φεβρουαρίου 08, 2008

Τα τείχη.

Γυρίζουμε λευκοί και άοσμοι μέσα σε μια μουντζουρωμένη πόλη.






10 σχόλια:

  1. Αχρωμο και άοσμο το μέλλον της πόλης?
    Φεύγω για λίγες μέρες,πηγαίνω να μετρήσω τα χρώματα του χωριού μου,νάνταμώσω με καθαρά ξημερώματα:))
    Καλή συνέχεια στην μέρα σας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δεν ξέρω για το μέλλον. Τώρα όμως είναι μουτζουρωμένη και από ρύπους και από άλλα.
    Καλό δρόμο Δρομάκι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Τι μπορω να πω?Ευτυχως που εφυγα απ τις πολεις και αρχισα να ξαναζω σαν ανθρωπος.Καλη μερα ,καλο Σαββατοκυριακο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. λοιπόν.
    αυτα τα τειχη της Αθηνας έιναι μεν αόρατα αλλα ειναι απολύτως υπαρκτα.
    μια φορα περναω αναγκαστικα απο αυτην τον πολη με το ομορφο όνομα, και περσι το Πασχα, στα διοδια, μπαινοντας, σκεφτηκα το εξης.
    αν τα ΚΛΕΙΣΟΥΝ ολα τα διοδια που περιβαλουν την πολη κανεις δεν θα μπορει να βγει αυτοκινουμενος.
    ολοι μεσα.
    καποτε τα τειχη προσφεραν προστασια, τωρα μονο εγκλοβισμο
    λιγολογο ποστ αλλα καιριο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Άοσμοι; μάλλον... Λευκοί; Αμφιβάλλω ...Άχρωμοι ίσως;
    Όσο για την πόλη ...ΌΛΑ ΚΥΚΛΟΣ
    Οι πολίτες έχουν την πόλη τους....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Καλώς ήλθατε στην πόλη μου. Αν μπορούσα να την ζωγραφίσω θα ήταν μια πόλη έτσι όπως την αντίκρισα ένα ξημέρωμα του 83 κατεβαίνοντας με ένα νοικιασμένο αυτοκίνητο από τα Νιαγάρα φολς. Φάνηκε μια άχλη που κάλυπτε τους σκούρους όγκους των ψηλών κτιρίων, τόπους - τόπους ξεπρόβαλλαν μόνο οι κορυφές τους σαν ασημένιες λεπίδες. Κοίταξα γύρω μου στις γωνίες των δρόμων και ήταν δεκάδες σκουπιδοτενεκέδες χάλκινοι. Γάτες χαρχάλευαν μέσα τα άχρηστα των ανθρώπων αφήνοντας να περισσεύει απ έξω η ουρά τους. Γύρισα το κεφάλι μου και είδα παντού ανθρώπους με στολή να στέκουν κάτω από τις αναμμένες λάμπες. Επόπτευαν το ξημέρωμα και του διναν μια όψη τρομακτική σαν να ήταν άγγελοι ενός καινούργιου θεού που φρόντιζε τους ανθρώπους. Καθώς τώρα το αυτοκίνητο έτρεχε κι η πόλη με υποδεχόταν μέσα στα σπλάχνα της, είδα ένα νέγρο ηλικιωμένο που έψαχνε μια σταγόνα μέσα στο κάδο της ανακύκλωσης, σήκωνε ένα- ένα τα άδεια μπουκάλια και τα στράγγιζε πάνω στην γλώσσα του και μετά το λαρύγγι του έβγαζε ένα ουρλιαχτό προς τον ουρανό που ρόδιζε ελαφρά σαν από μια τεράστια φωτιά στο βάθος του ορίζοντα. Μόλις που πρόλαβα να δω τρέχοντας στους αδειανούς δρόμους έναν πιτσιρικά να μαζεύει από κάτω ένα κομμάτι πίτσα μισοδαγκωμένο και μετά έκλεισαν πίσω μου οι Πέτρες. Έγειρα πίσω στο κάθισμα. Ένιωθα εξουθενωμένη. Επιτέλους είδα την πόλη μου να ξυπνά σκέφτηκα, δεν είναι λίγο πράγμα αυτό. Δεν είναι λίγο.


    υγ. Αθήνα, με το όμορφο όνομα, τέλος.

    Μέριλ, "λευκοί" ως λευκή φυλή. :)
    Φαραώνα φτιάξτε μου ένα κόσμημα «μουντζουρωμένο». Γιάννη έναν πίνακα.

    Εμοτικον μελαγχολική, ο μπλόγγερ δεν προβλέπει;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Το διαγνωστικό αυτό μονόστιχο, στοχεύει σωστά και με ευκρίνεια, κατά τη γνώμη μου.

    Επίσης, παρατηρώ ότι η "λευκότητα" των περιφερομένων κάνει ένα ωραίο, γκροτέσκο κοντράστ με τη "μουντζουρωμένη πόλη".

    Καλό βράδυ Ντιάνα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Παρατηρείς ε; Γι αυτό είσαι ποιητής!:)
    Καλό βράδυ επίσης Διονύση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

 
...ευχαριστώ για τον χρόνο σου.