Τετάρτη, Δεκεμβρίου 24, 2008

Σταθερά ερωτήματα.


Οπως κάθε χρόνο παραμονή Χριστουγέννων πήγα να ανάψω το καντηλάκι του Πατέρα.
Αναπαύεται μέσα στο δάσους κάτω από τον Υμηττό.
Τον πρώτο καιρό μου φάνηκε παράξενο να βλέπω το όνομά του πάνω στο μάρμαρο.
Υπέφερα ώσπου να καταλάβω ότι η τελευταία του κατοικία δεν ήταν η κρύα πέτρα αλλά εγώ. Ομως λόγια που είπε ξεπηδούσαν σε δύσκολες περιστάσεις της ζωής μου. Περισσότερο προσπαθούσα να καταλάβω πώς θα αντιδρούσε εκείνος σε ένα δίλημμα. Ακόμα και τώρα που όλα δείχνουν ότι τα πάντα έχουν μετακινηθεί από την θέση που κατείχαν για αιώνες ανατρέχω στην δική του στάση ζωής. Γιατί πόσα είναι άραγε τα σταθερά ερωτήματα που ταλανίζουν την ψυχή μας;
Καλά Χριστούγεννα σε όλους!

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 01, 2008

Οταν η γυναίκα είχε έρμα.




Ο Δεκέμβρης είναι γεμάτος γιορτές.
Σήμερα 2 Δεκεμβρίου είναι " Η φανέλα του Στρατιώτη΄".
Αναφέρεται στην εποχή που η γυναίκα δεν ήταν "γκομενάκι".

Κυριακή, Νοεμβρίου 16, 2008

Ενα πορτοκαλί καπέλο.


Δεν μιλώ με τους ανθρώπους στο Μετρό αλλά χθες μίλησα στην γυναίκα με το πορτοκαλί καπέλο. Το μετρό είναι γρήγορο και αδιάφορο πια. Είναι πολύ καθαρό, μού δίνει την ικανοποίηση ότι λειτουργεί με ακρίβεια σαν να είναι ο καθρέπτης του συστήματος, όμως είναι μια ψευδαίσθηση γιατί μόλις βγεις από τα έγκατα της γης, η πόλις έχει αδυναμίες. Είναι ένας εικονικός κόσμος που σου δημιουργεί όσο είσαι στις αποβάθρες του ένα συναίσθημα ίδιο με εκείνο των virtual παιγνιδιών.

Το πορτοκαλί καπέλο με αφύπνησε. Η γυναίκα δεν το φορούσε στο κεφάλι, το κρατούσε στο χέρι. Μου φάνηκε σαν ξόρκι ενάντια στην μουντάδα της αποβάθρας. Είχε γεμίσει χρώματα καφετιά, γκρίζα και μαύρο με την πρώτη ψύχρα του χειμώνα.

Εαν ένας άνθρωπος φορά πάνινο πορτοκαλί καπέλο μέσα στη γενική καταχνιά πρέπει να του μιλήσεις. Εάν δεν το φορά και το κρατά έτσι διστακτικά στο χέρι πρέπει να μιλήσεις σε δυο ανθρώπους. Στον άνθρωπο που το φόρεσε το πρωί μπροστά στον καθρέπτη του και στον άνθρωπο που το έβγαλε όταν ήλθε σε επαφή με την πόλη.

Πολύ ωραίο καπέλο, είπα. Είναι μια νότα φαντασίας μέσα στην καταχνιά της αποβάθρας. Με κοίταξε με φανερή έκπληξη και το πρόσωπό της έβαψε από ευχαρίστηση. Το καπέλο έγινε αυγουστιάτικο φεγγάρι. Ταξιδέψαμε αμίλητες δίπλα- δίπλα όταν ήλθε ο συρμός. Το βαγόνι γέμισε από άσκεπους ανθρώπους.
Εξ άλλου τι άλλο έμενε να πούμε;
Χαθήκαμε στις σκάλες.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 03, 2008

Αν ήμουν δένδρο.

Οπως και η μητέρα του Καλλιφατίδη, η μητέρα μου έχει το κομπόδεμά της για το τελευταίο ταξίδι. Δεν παραλείπει να μου δίνει οδηγίες για το πώς θέλει να είναι η κηδεία της και τακτοποιεί τις εκκρεμότητες του σπιτιού για να μην πελαγώσω όταν πεθάνει. Τέτοιες εκκρεμότητες είναι τα παλιά της φορέματα, καπέλα περασμένης μόδας και μια καθόλου ευκαταφρόνητη αλληλογραφία όπου εμφανίζονται κάποιες παλιές «ντροπές» της οικογενείας. Δυσκολεύεται εκεί αν θα έπρεπε να καταστραφούν ολοσχερώς ή αν θα έπρεπε να περάσουν δικαιωματικά στα χέρια των απογόνων. Φροντίζει κατά καιρούς να μας προϊδεάσει σχετικά, ύστερα σταματά σαν από ένα είδος αδυναμίας να αποφανθεί για τους προγενέστερούς της. Να διαχειριστείς το παρελθόν ίσως είναι δυσκολότερο από ό,τι το μέλλον.

Ετσι όλα περιμένουν. Σκέφτομαι ότι όταν θα πεθάνει η μητέρα, όλα τούτα τα πράγματα, τα άυλα κυρίως, θα περιέλθουν στην δικαιοδοσία μου. Οσο ζει παίζει ρόλο φράγματος προφυλάσσοντάς με από τον θάνατο. Μετά θα βγω εγώ μπροστά για τους απογόνους μου.

Επαναστατώ όταν αναφέρεται με φυσικό τρόπο στον θάνατό της, μοιάζει με παραίτηση από αυτό τον ρόλο του προπετάσματος. Σαν να έχει κουραστεί πια να τον κατέχει.. Συγχρόνως με κοιτά να δει πώς θα αντιδράσω. Αλλά πάντα της λέω ότι δεν είναι καιρός ακόμα. Δεν ξέρω αν θα έλθει κάποια στιγμή που θα είμαι έτοιμη να την διαδεχθώ. Υπάρχει μια παράκληση καμιά φορά στο βλέμμα της. Η, ερωτηματικό και πάντα ακολουθεί μια στιγμή αμηχανίας. Μια σιωπή.

Αντιγράφω από το βιβλίο του Καλλιφατίδη:

«....έχει ζήσει τόσα που πρόλαβε τον θάνατο. Δεν τον φοβάται. Αλλά το ταξίδι κοστίζει. Οι αρχαίοι βάζανε νομίσματα στον τάφο για να πληρωθεί ο πορθμέας του Αδη. Ακόμα ένα παράδειγμα ότι η μητέρα μου ζει στον ελληνικό μύθο πιστεύοντας ότι ζει την δική της πραγματικότητα. Ακόμα μια φορά βλέπω ότι ο μύθος του θανάτου είναι ισχυρότερος από τον ίδιο τον θάνατο. Ακόμα μια φορά καταλαβαίνω ότι η μητέρα μου είναι η αληθινή πατρίδα μου. Αν ήμουν φρούτο, εκείνη θα ήταν το δένδρο μου. Αν ήμουν δένδρο, θα ήταν η γη. Αν ήμουν γη, εκείνη θα ήταν ο ουρανός μου».

Μητέρες και γιοι.
Θοδωρής Καλλιφατίδης
Εκδ. Γαβριηλίδης.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 20, 2008

Πάει το Καλοκαίρι.





Ενας ατέλειωτος χαβαλές είναι το Καλοκαίρι.
Χριστούγεννα και Πάσχα και Αποκριές, όλα μαζί, δεν το φτάνουν.




(ε! ψιτ, καλοκαιράκι, γύρνα πίσω!)

Δευτέρα, Ιουλίου 07, 2008

Απορία.

Κάθισα κάποτε δίπλα στην Θάλασσα
Και είχα την πλάτη μου γυρισμένη
Στο ηλιοβασίλεμα.

Πιο ελκυστικό φάνηκε στα μάτια μου
Ένα από τα πλοία της γραμμής.

Αυτός έμοιαζε με Ινδιάνο
Ηταν μελαψός
Μια πετσέτα είχε.
Σαν μανδύας ήταν λοξά ριγμένη πάνω του.
Το χρώμα δεν το θυμάμαι, ήταν όμως ζωηρός
Σαν τον βηματισμό του.

Dont turn your back on the west,
είπε
κι απομακρύνθηκε εννοώντας το ηλιοβασίλεμα
ή είπε
on the best?

Μού έμεινε η απορία.


Τρίτη, Μαΐου 13, 2008

Ο Ξύλινος Ιππότης (μέρος 2).

Η μάχη.

-Δεν φοβάμαι, δεν φοβάμαι είπε από μέσα του ο ψεύτικος ιππότης με μισή φωνή. Το στέρνο πρόβαλε, το χόρτινο. Το προσωπείο το ξύλινο, το ψεύτικο κατέβασε. Στήθηκε έτσι αρματωμένος, πανέτοιμος για την πρώτη του μάχη, την αληθινή. Να δεις τα μάτια του ήταν γεμάτα νύχτες και μέρες και πάλι νύχτες που είχε ονειρευτεί μια αληθινή μάχη και ο αληθινός ιππότης τα ένιωθε να τον διαπερνούν μέσα από το ψεύτικο προσωπείο, το ξύλινο και προς στιγμή δεν ήξερε αν είχε κάνει καλά να δεχτεί μια πρόσκληση από ένα αλλόκοτο ιππότη σαν και τούτο. Δεν είναι καν ιππότης, σκεφτόταν, τούτος ο περίεργος μασκαράς, γιομάτος φύλλα και ξύλο του δάσους. Μυστήριος του φάνηκε, ζωντόβολο και ξωτικό του μπήκε η ιδέα ότι ήταν κι ωστόσο ήταν αργά να κάνει πίσω και λίγο μούδιασε σαν τα σκέφτηκε όλα αυτά κι αμέσως πάλι αναθάρρησε σαν αναλογίστηκε ότι είχε λόγχη από σίδερο και αστραφτερό σπαθί. Ορμησε τότε με βουή. Σύννεφο μεγάλο σηκώθηκε, θαρρείς δέκα ιππότες μαζί ήταν καθώς έστριψε την μούρη του αλόγου του προς τον ιππότη τον ψεύτικο και τα εμβλήματά του άστραψαν στον ήλιο όλο μάλαμα σαν να τον σκέπαζε χρυσή βροχή.

Τούτος άντεξε στη σέλα του.
Την ορμή στο τεντωμένο του στέρνο ένιωσε και τον αγέρα να εισχωρεί από παντού στις φλούδες της πανοπλίας του αλλά δεν έπεσε. Αντέκρουσα, είπε σιγανά. Δεν φοβάμαι κι η ψυχή του έτρεμε κάτι τις σαν είδε το βαρβάτο άλογο του αληθινού ιππότη να ξαναγυρνά, την φοβερή λόγχη, την σιδερένια, του αντιπάλου του να τον ζυγίζει πάλι με την μύτη την σουβλερή. Ορθός στήθηκε ακόμα πιο πολύ και το σπαθί του έβγαλε σαν έσπασε η λόγχη του, ω! κόπηκε στα δυο, όλο φλούδες κι αγκίδες έπεσε πάνω στην γη. Και ο άλλος ιππότης, ο αληθινός - μεγάλη του τιμή- σαν το είδε αυτό, υπάκουσε στους κανόνες της μάχης και την λόγχη του πέταξε κι εκείνος και το σπαθί έπιασε και όρμησε ως όφειλε να κάνει, γιατί η νίκη ήταν σε όποιον κατορθώσει να πετάξει τον αντίπαλο από το άλογο κι ωστόσο και οι δυο στα άλογα ήταν ακόμη, ένας ιππότης αληθινός σιδερόφραχτος και ένας ψεύτικος όλο χόρτους και ξύλα, καμώματα της ονειροφαντασίας, τίποτα της προκοπής.

Τότε, ο ψεύτικος έστριψε με τέχνη το κορμί και δεχόταν το άλογό του όλες τις σπαθιές μέχρι που το σπαθί του αντιπάλου του έσπασε στα δυο, σαν αστείο σπαθί έγινε, παιδικό, καθότι το άλογο ξύλινο δεν υπέφερε ενώ το άλλο το αληθινό, γεμάτο αίμα ήταν και πόναγε πολύ. Σε λίγο λύγισε αιμόφυρτο από τις ξύλινες σπαθιές, το βλέμμα του απλανές κοίταζε το άλλο το ψεύτικο που στεκόταν ακίνητο, λύγισε τέλος κι έπεσε ρίχνοντας στο έδαφος τον αναβάτη του βαρύ.

Τότε, ο ψεύτικος ιππότης πήδηξε από το άλογο και με την μύτη του ξύλινου σπαθιού του, το προσωπείο σήκωσε του αντιπάλου του. Το πρόσωπο του ηττημένου όφειλε να δει κατά το έθιμο κι ο άλλος ιππότης, ο αληθινός, στα χέρια του ήταν τώρα και στην μεγαλοσύνη του αν θα του πάρει ή αν θα του χαρίσει την ζωή.

-Γενναίε ιππότη είπε, που με έριξες στη γη, ένα μόνο σε παρακαλώ αν θελήσεις να μου πάρεις την ζωή. Το όνομά σου θέλω να ξέρω, να μάθω μόνο ποιος με νίκησε. Γιατί αν είσαι ιππότης ξακουστός μεγάλη μου θα είναι τιμή. Αν είσαι όμως
ιππότης φτωχός, τότε τίποτα δεν έμαθα τόσους χρόνους που περιπλανιέμαι πάνω στη γη.

Ο ιππότης μας δαγκώθηκε. Τούτο δεν το είχε σκεφτεί. Οτι δεν είχε όνομα κανένα, δηλαδή. Σκέφτηκε λίγο και ζύγισε τα λόγια του και είπε με προσοχή: με λένε Ξύλινο Ιππότη. Ναι,Ξύλινο Ιππότη επανέλαβε και του άρεσε αυτή η παρήχηση του "υ/ι/ι/η". Εβαλε μετά το ξίφος στην θήκη του και βροντόφωνα είπε: σου χαρίζω την ζωή.

-Αληθινός Ιππότης είσαι, είπε τότε ο άλλος σαν μου χαρίζεις την ζωή. Κι ήταν έτσι το έθιμο, ιππότης σωστός ποτέ να μην σκοτώνει ηττημένο πεσμένο στην γη παρά μόνο την περιπέτεια να συλλέγει για να την πει αργότερα σαν γεράσει στην Αυλή.

-Τα όπλα μου δέξου, είπε ο ιππότης που του είχε χαρίσει την ζωή. Κύριός μου είσαι και δάσκαλός μου από την περιπέτεια αυτή. Εμαθα να μην περιγελώ ιππότη όταν σε μάχη με καλεί. Ακόμη και ξύλινος ιππότης, ψεύτικος, αληθινός σαν και του λόγου σου μπορεί να αποδειχθεί. Αλογο δεν έχω να σου δώσω γιατί το έχασα στη μάχη από την ανοησία μου την τρομερή. Τα όπλα σου τα ξύλινα θα κρατώ όμως με τιμή κι έβγαλε την πανοπλία, την λόγχη παρέδωσε στον νικητή. Κάθισε τώρα στο δάσος να περιμένει άλλον ιππότη να κερδίσει τα όπλα του πάλι από την αρχή.

Ετσι έγινε και ο Ξύλινος Ιππότης απέκτησε άρματα αληθινά. Τα όπλα δέχτηκε και την πανοπλία φόρεσε και κίνησε δρόμο μακρύ. Βάδιζε αργά και τρέκλιζε λίγο από το βάρος το πολύ. Το κορμί του ήταν γερό μα δεν είχε ακόμα συνηθίσει σε πανοπλία αληθινή.
Βάδιζε, βάδιζε ολημερίς. Την νύχτα μόνο την έβγαζε λίγο να ξεκουραστεί, για προσκέφαλο είχε τώρα την μαλαματένια ασπίδα, το αληθινί σπαθί.
Πρώτα είχα ένα άλογο ξύλινο σκεφτόταν, που δεν βημάτιζε μπιτ. Ακίνητο άλογο ήταν και ψεύτικα όπλα είχα και ψεύτικη πανοπλία και ψεύτικες μάχες έδινα που με πήγαιναν πολύ μακριά. Μέχρι το Κάαμαλοτ πήγαινα και την Μεγάλη Αίθουσα έβλεπα και τους Ιππότες ένα γύρω και τις ιστορίες άκουγα και τις δεσποσύνες έβλεπα που με κερνάγαν γλυκό κρασί. Τώρα έχω αληθινά όπλα και μια αληθινή μάχη έδωσα, ωστόσω όσο περπατώ τόσο το Κάαμαλοτ απομακρύνεται πιο πολύ.....

Ετσι σκεφτόταν ο ιππότης μας αναλογιζόμενος το ξύλινο άλογο που του είχε τόσο καλά σταθεί. Βάραινε από τις σκέψεις καθώς όδευε προς το Κάαμαλοτ, βάραινε η πανοπλία, βάραιναν τα όνειρα....

Πρέπει να γυρίσω πίσω,σκεφτόταν κάθε πρωί. Στο ξύλινο άλογο.Δεν είμαι παρά ένας Ξύλινος Ιππότης που απέκτησα αληθινά όπλα από την ανοησία ενός τυχαίου ιππότη. Αν αποκτήσω και αληθινό άλογο, τι άραγε θα συμβεί;

Κι όλο βάδιζε συλλογισμένος προς το Κάαμελοτ, πρέπει να γυρίσω πίσω, σκεφτόταν.

Μα όλο βάδιζε πάνοπλος το πρωί, βαρύς – βαρύς.....

Κυριακή, Μαΐου 11, 2008

Ο Ξύλινος Ιππότης.

Τα πολύ παλιά χρόνια,
τότε που υπήρχαν ακόμα ιππότες σιδερόφραχτοι
με πανοπλίες και σιδερένια προσωπεία

ώστε να είναι απρόσβλητοι από την λόγχη του εχθρού,
υπήρχε ένας άσημος ιππότης που όνειρό του ήταν να γίνει ξακουστός.

Φτωχός ιππότης ήταν.
Μόνο στο μυαλό ήταν επιτήδειος
και φανταζότανε πολύ.

Ολοι οι ιππότες της επικράτειας διότι,
έναν πόθο είχαν
καημό μεγάλο!

Ηθελαν όλοι τους μια πριγκιπέσσα σωστή.
Να την πάρουν γυναίκα ήθελαν
να κατοικούν σε κάστρο.
Ηθελαν απογόνους όλους αρσενικούς.
Να φοβερίζουν τον εχθρό
να τον απωθούν με τις λόγχες και το σπαθί.
Να φυλάττουν τα πλούτη
και την σοδειά της γης.
Κι ακόμα ο πρώτος, ο πρωτότοκος, να φέρει μια μέρα με δόξα ως ικανός ιππότης, το όνομα του Αφέντη, σαν ο γέρος άρχων του παλατιού αποδημήσει στο Ουράνιο Παλάτι.

Τούτος, ο δικός μας ιππότης σκερτσόζος ήταν. Διέφερε πολύ.
Ηθελε λέει όχι γυναίκα, όχι γιους αλλά την Αίθουσα την ξακουστή.
Να την πατήσει ήθελε μια μέρα έχοντας αφήσει έστω τα όπλα του έξω στη αυλή.

Τούτη η Αίθουσα πανόρια ήταν.
Μέσα στο παλάτι ήταν, ενός βασιλέα ξακουστού που όλοι ήξεραν το όνομά του από την φήμη του την πολλή.

Κι ήταν στο Κάαμελοτ. Κι ο βασιλιάς που είχε θρόνο μέσα σ αυτήν, λεγόταν βασιληάς Αρθούρος, ο μέγας στρατηλάτης.

Τούτος είχε ιππότες πολλούς.
Αλλοι κάθονταν στο κάστρο να το φυλάττουν. Οικόσιτοι ήταν αλλά όλοι ικανοί. Αλλοι έφευγαν από νωρίς, να γυρίζουν ήθελαν τα άγνωστα μέρη. Να ψάχνουν περιπέτεις ήθελαν.

Στην Αιθουσα την Μεγάλη κάποτε γύριζαν γέροι πολύ. Το κορμί τους είχε πληγές. Τα εμβλήματά τους είχαν από τον χρόνο θαμπώσει. Σαν πέρναγαν όμως στην Αίουσα την ξακουστή, όλοι έκαναν κύκλο γύρω τους να ακούσουν τις ιστορίες που είχαν μαζέψει ολούθε μέσα στην ψυχή.

Ενα τραγούδι στηνόταν τότε. Εβγαινε από τα χείλη σαν δροσερή πηγή. Οι δεσποσύνες έφερναν συνεχώς κρασί και κανείς δεν ήταν σίγουρος αν η γλυκιά μέθη που πλημμύριζε τις καρδιές ήταν από τα κατορθώματα των ιπποτών ή από το γλυκόπιοτο κρασί.

Λέγεται ότι ακριβώς από αυτό ήταν το Κάστρο το Κάαμελοτ απόρθητο. Από τις ιστορίες των ιπποτών και όχι από τα τείχη.

Τούτο το όνειρο είχε λοιπόν ο δικός μας Ιππότης. Μια μέρα ανάμεσα στους λαμπρούς ιππότες να σταθεί. Ιστορίες να πει.

Ηταν όμως φτωχός και αλαφροϊσκιωτος. Να φανταστείς άλογο δεν είχε. Πανοπλία δεν είχε. Ούτε σπαθί. Ούτε λόγχη. Ηταν πλέον φανερό ότι με τα όνειρα που έκανε θα μπορούσε να τον θεωρεί κανείς, ο οποιοσδήποτε, απλώς πότη και καθόλου ιππότη.

Να δεις που μια μέρα από τον μεγάλο καημό που είχε για την Μεγάλη την Αίθουσα στο Κάαμαλοτ, κίνησε και πήγε στο δάσος.

Εκεί βρήκε ένα κορμό και τον πελέκησε και με αυτόν έφτιαξε μια ξύλινη λόγχη και ένα σπαθί. Εσκυψε μετά και γεμάτος περισσυλλογή χόρτους μάζεψε κι έφτιαξε μια πανοπλία ψεύτικη να γελάς, ίσαμε να καλύπτει το κορμί με φλούδες και φύλλα και άνθη. Τη κουφάλα του δένδρου είδε μετά και την επεξεργάστηκε με μαεστρία είναι αλήθεια . Την έσκαψε κι άλλο και την κοιλότητα βάθυνε και σκάρωσε άλογο ξύλινο με όμορφη περήφανη κεφαλή.

Σαν έκαμε τούτα πλησίασε τη λίμνη και το φεγγάρι φώτισε και επιτέλους είδε την εικόνα του ζηλευτή. Τον αγέρα στοίχισε να είναι κόντρα και την λόγχη ζύγισε καλά προς ένα φανταστικό αντίπαλο και τις σπαθιές του έριξε στο πυκνό φύλωμα των δένδρων κι έτσι όλη μέρα μάθαινε μοναχός την τέχνη του πολέμου. Μέχρι που μέθυσε.

Μια μέρα, μόλις που είχε πάλι καβαλικέψει και ζωστεί το σπαθί οπλές αλόγου άκουσε, οπότε στάθηκε στητός περιμένοντας ποιος θα φανεί.

Ενας ιππότης κανονικός ήλθε και πρόβαλε μέσα από το δάσος. –Σε προσκαλώ σε μάχη, φώναξε αμέσως με βροντερή φωνή και η ψυχή του φτερούγισε από την προσμονή. -Ε, μα πώς,είπε ο νεοφερμένος που είχε όπλα αληθινά και άλογο από πραγματικό ψαχνό. Είσαι ψεύτικος! Το μουστάκι του έτρεμε λίγο μέσα από το προσωπείο, γέλαγε κρυφά. Τέτοια αστεία πρόσκληση μάχης δεν είχε ξαναδεχτεί. – Και τι πειράζει,είπε ο δικός μας. Δοκίμασε και θα δεις!

Αρχισε τότε η μάχη. Αρνηση σε κοντορρομαχία ήταν μεγάλη ντροπή σαν ήσουν ιππότης διότι.Τι έμελλε τώρα να συμβεί; Από την μια ένας ιππότης αληθινός και από την άλλη ένας αστείος ιππότης ψεύτικος μπιτ;


<συνεχίζεται>


Αφιερώνεται στο Γούφα σαν αντίδωρο για τα "Χαρις μένα" του. Τον παρακαλώ να το εικονογραφήσει προσεκτικά. Είναι ένα παραμύθι για μικρά παιδιά και το έγραψα για το μοναδικό μου ανηψάκι που για οικογενειακούς λόγους δεν βλέπω συχνά. Είναι μόνο 5 χρονών αλλά έχει ήδη πάθος με τους ιππότες. Η εικονογράφιση Γιάννη πρέπει να είναι με το δικό σου ιδιαίτερο ύφος. Πάντα πίστευα ότι τα παιδικά βιβλία έχουν κακή εικονογράφιση επειδή δήθεν τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν από τέχνη. Ομως τα ίδια κάνουν τέχνη όταν ζωγραφίζουν ελεύθερα και ένα παιδί αυτής της ηλικίας έχει το δικό του πρότυπο της φιγούρας ενός ιππότη συχνά ακαταλαβίστικο σε μας τους ενήλικες. Το παραμυθάκι θα το εκδόσω και τα κέρδη θα τα μοιραστούμε. Καλές μας πωλήσεις.... Τι λες; Συμφωνείς;

Υγ το χαρίζω και στον μικρό του ΑΝΕΜΟΥ που είχε τα γεννέθλιά του πρόσφατα. Χρόνια πολλά μικρέ. Από τέτοιον μπαμπά σίγουρα θα βγείς πότης-ιππότης.

Κυριακή, Μαρτίου 23, 2008

Το πέπλο.

-Τι έκανες τόσους χρόνους που έλλειπα, ρώτησε στρίβοντας καπνό στο λεπτό τσιγάρο του.
-Έγραφα, <είπε>.
-Δεν ύφαινες; Δεν ξήλωνες την νύχτα;
-Μόνο όσο το απαιτούσαν οι ανάγκες των χαρακτήρων, είπε μετά από μια στιγμή δισταγμού. Έγραφα την ημέρα. Την νύχτα έσβηνα. Ξέρεις την νύχτα οι χαρακτήρες γίνονται απαιτητικοί, δεν επιζούν με τα εφόδια της ημέρας....
-Οι μνηστήρες είναι τότε ένα ψέμα, απόρησε.
-Όχι, είναι εκεί έξω. Αυτούς ποτέ μου δεν τους πείραξα. Μου ήταν απαραίτητοι, <είπε>. Πρέπει να υπάρχουν και να με διεκδικούν κι εγώ να ανθίσταμαι, αλλιώς ο μύθος καταρρέει. Δίχως αυτούς αληθινά δεν θα έγραφα. Ούτε καν το πέπλο δεν θα είχα εφεύρει...
- Της φαντασίας σου είναι κι αυτό;
- Αφού κανείς δεν το έχει δει. Εγώ το περιέγραψα. Είπα είναι λεπτό, νυφικό, άσπρο. Κι εκείνοι το πίστεψαν. Περίμεναν να το υφάνω....
- Κάποτε θα τελείωνε ωστόσο. Πώς το σκέφτηκες; Μέχρι πότε νόμισες μπορούσες να τους ξεγελάσεις;
-Ω, δεν ξέρω! Το μακραίνω, τους έλεγα κάθε φορά που ρωτούσαν. Θέλω να είναι πέπλο βασιλικό. Έτσι διέφυγα της προσοχής τους, σε λίγο ξέχασαν το σκοπό που το ύφαινα....Το πέπλο, τους έλεγα κάθε που ρωτούσαν. Το πέπλο, έλεγαν κι εκείνοι, ξεχάστηκε ο γάμος .....
-Όμως είναι ο Αργος, τον είδα, υπάρχει αυτός. Με αναγνώρισε....
-Ναι, υπάρχει. Πρέπει να γαβγίσει όταν σε δει....
- Εστω! Ο Τηλέμαχος, τι έχεις να αντιγυρίσεις γι αυτόν; Είναι δικός μας γιος!
- Όμως, μόνο εγώ γνωρίζω ποιος είναι ο πατέρας του!
- Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι αυτό το νησί είναι η Ιθάκη. Ότι πατώ τα χώματά της και ότι αυτό είναι το παλάτι μου που άφησα χρόνια πριν....
- Πράγματι υπάρχουν ! Και το νησί και το παλάτι στο μέτρο που το επιτρέπει η ιστορία μου! Τόσους χρόνους σχεδιάζω την επιστροφή σου!
- Δεν υπάρχω λοιπόν. Είμαι ένα δημιούργημα της ονειροφαντασίας σου, θλιβερή βασίλισσα....
- Όχι, δεν υπάρχεις! Κοίτα, να, τι έγραψα: «ο Οδυσσέας ποτέ δεν έφυγε. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν ποτέ να επιστρέψει». Δεν είναι τούτος ο σκοπός ενός ήρωα; Να στοιχειώνει μια ιστορία για να υπάρξει το χέρι που την γράφει;


Ω, μην τσακώνεστε, είπε το χέρι που έγραφε. Μου φαίνεται καλό. Τελεία.


Οι μνηστήρες έξω στη αυλή σταμάτησαν άξαφνα το γλέντι. Επαψε ο θόρυβος του αργαλειού, είπε ένας μέσα στην άβολη σιωπή. Το πέπλο, είπε ένας δεύτερος δείχνοντας τα βασιλικά παράθυρα. Πέταγε μακρύ, αραχνοΰφαντο στο δειλινό σπρωγμένο από το ελαφρύ αεράκι.....

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 21, 2008

Ο εξομολογητής.

Εγώ: πάτερ, κάνω τόσο άσχημες σκέψεις για τους ανθρώπους που σιχαίνομαι τον ίδιο μου τον εαυτό. Είμαι ένας άνθρωπος τιποτένιος σαν τις σκέψεις μου.

Ο εξομολογητής: τέκνο μου είσαι ταπεινός άνθρωπος που το παραδέχεσαι αυτό. Ακόμα και οι άγιοι της Εκκλησίας μας, οι άγιοι Απόστολοι και ο ίδιος ο Κύριός μας είχαν πάντα τον πειρασμό του Έξω από δω....

Εγώ: πάτερ, δεν είμαι άγιος, απόστολος, Ιησούς Χριστός. Δεν είμαι ταπεινός. Είμαι ένας απλός άνθρωπος γεμάτος σκουλήκια που κατατρώγουν ό,τι καλό υπάρχει γύρω του. Για την ακρίβεια, δεν βρίσκει τίποτα καλό γύρω του αλλά και αν είναι, το μαγαρίζει με την σκέψη του.

Ο εξομολογητής: το Κακό τέκνο μου το ελέγχουμε με την διδασκαλία του Κυρίου μας. Είναι αμαρτήματα εν διανοία αυτά, σημασία έχουν οι πράξεις....

Εγώ: οι πράξεις μου είναι καλές Πάτερ! Όλοι οι άνθρωποι με θεωρούν καλόν άνθρωπο αλλά εμένα η ψυχή μου είναι κατάμαυρη. Είμαι ένας ποταπός άνθρωπος με κακές σκέψεις και καλές πράξεις.

Ο εξομολογητής: ο Θεός τέκνο μου θα σε ανταμείψει για τον αγώνα σου...

Εγώ: δεν θέλω να με ανταμείψει όταν πεθάνω. Θέλω τώρα να απαλλαγώ και να γίνω άνθρωπος με καθαρή διάνοια. Έχω χάσει την αθωότητά μου.

Ο εξομολογητής: ζητάς το αδύνατο τέκνο μου. Όλη η ζωή είναι ένας αγώνας με το Κακό.

Εγώ: μα εγώ είμαι το Κακό. Ο εαυτός μου είναι κακός. Το Καλό είναι άλλο από μένα. Ξένο, πλαστό. Το πράττω από φόβο.

Ο εξομολογητής: ....να πράττεις το μέτρο.

Εγώ: ποιος είσαι εσύ που μιλάς μέσα μου;

Ο εξομολογητής: είμαι ο Σωκράτης.

Εγώ: τι είναι μέτρο;

Ο εξομολογητής: να πράττεις εναλλάξ το κακό με το καλό.

Εγώ: το "καλό" και το "κακό"; Δεν είναι έννοιες μεταγενέστερες αυτές;

Ο εξομολογητής: ναι, είναι. Αντικαταστήσανε το «μέτρο» του αιώνα μου.

Εγώ: εσύ, Σωκράτη έπραξες το μέτρο που ήπιες το κώνειο;

Ο εξομολογητής: ...να κλέψεις την φωτιά τότε και να γίνεις δυνατός.

Εγώ: ποιος είσαι εσύ;

Ο εξομολογητής: είμαι ο Προμηθέας.

Εγώ: τι θα πει δυνατός;

Ο εξομολογητής: αυτός που βάζει μόνος του τους κανόνες. Τους θεσπίζει.

Εγώ: εσύ τι κέρδισες που θέσπισες την δική σου φωτιά;

Ο εξομολογητής: το αιώνιο Πυρ!

Εγώ: τι είναι αυτό;

Ο εξομολογητής: είναι ένας γύπας γαμψός που σου κατατρώγει τα σπλάχνα. Γεννιόνται όμως ξανά και ξανά και ζεις μέσα από αιώνιες αμφιβολίες.

Εγώ: δεν μου φαίνεται πολύ ωραίο αυτό....

Ο εξομολογητής: ....τότε να ζεις μόνο μέσα από τις αναζητήσεις των καρπών.

Εγώ: ποιος είσαι εσύ πάλι;

Ο εξομολογητής: είμαι ο καρποσυλλέκτης....

Εγώ: και πού βρίσκεις τους καρπούς;

Ο εξομολογητής: ολούθε, δεξιά –αριστερά, πάνω και κάτω, χωμένοι στη γη, κρέμονται από τα δένδρα, κυλιούνται κάτω και τους πατάς.....

Εγώ: δεν βλέπω τίποτα ....κανένα δένδρο....

Ο εξομολογητής: λογικό μου φαίνεται. Είσαι πάνω στο δένδρο, εσύ, ο ίδιος ο καρπός του.

Εγώ: ναι, βλέπω γύρω μου φύλλα πράσινα. Θροΐζουν. Γιατί το δένδρο μου δεν έκαμε άλλους καρπούς;

Ο εξομολογητής: έκανε, πώς δεν έκανε. Εγώ τους έκοψα. Είμαι .....ο καρποσυλλέκτης!

Εγώ: θα μαζέψεις τώρα και μένα. Βλέπω το καλάθι σου. Ω! είναι αδειανό! Γι αυτό είσαι εδώ λοιπόν; Πεινάς και ήλθες να κόψεις τον μοναδικό καρπό....

Εξομολογητής: δεν πεινώ.

Εγώ: τότε γιατί ήλθες, γιατί κουβαλάς το καλάθι σου;

Ο εξομολογητής: χρειάζομαι τους σπόρους σου.

Εγώ: τους σπόρους μου;

Ο εξομολογητής: ναι, μαζεύω τον τελευταίο καρπό από κάθε δένδρο και τους φυλάω σε αυτό το καλάθι. Έτσι δεν θα χαθεί ποτέ κανένα δένδρο.

Εγώ: ω! θα με λιώσεις λοιπόν; Θα με κόψεις στα δυο! Θα με τεμαχίσεις για να πάρεις τους σπόρους μου; Ωωωωω, πονώ, ήδη νιώθω το μαχαίρι σου στην τρυφερή μου σάρκα, το άρωμά μου στεγνώνει από τη σκιά σου που ρίχνεις πάνω μου....

Ο εξομολογητής: πρέπει να το κάνω.

Εγώ: ω, άσε με τουλάχιστον για τελευταία φορά να δω το δένδρο που κατοίκησα! Πρώτη φορά ακούω το απαλό του θρόισμα......είναι τόσο γλυκό, σαν κι εμένα....

Ο εξομολογητής: έτσι είναι. Σε έθρεψε με τους χυμούς του.

Εγώ: είμαι τότε η ουσία του!

Ο εξομολογητής: είσαι η πεμπτουσία του για την ακρίβεια!

Εγώ: ω! είναι παρήγορο αυτό...λίγο....

Ο εξομολογητής: και για μένα .

Εγώ: και για σένα; Γιατί για σένα;

Ο εξομολογητής: είσαι το Καλό. Το καλό του Δένδρου.

Εγώ: είμαι το Καλό του Δένδρου! Πώς δεν το έβλεπα τόσον καιρό;

Ο εξομολογητής: χρειάζεσαι πάντα κάποιον άλλον για να δεις ότι είσαι το Καλό.

Εγώ: ω! Δίκιο έχεις! Κι εγώ που νόμιζα ....Άρα αν με κόψεις, θα κόψεις το Καλό! Και θα το φυλάξεις;

Ο εξομολογητής: ναι, θα το φυλάξω να μην χαθεί από τα Δένδρα.

Εγώ: μου το υπόσχεσαι ότι θα το κάνεις αυτό; Στο λόγο της τιμής σου;

Ο εξομολογητής: μα είναι και δικό μου συμφέρον! Αν χαθεί το Καλό, τι καρπούς θα συλλέγω;

Εγώ: κόψε με τότε. Σηκώνω την χαίτη μου.
Προβάλλει δες λευκός ο αυχένας μου!
Μια ηλιαχτίδα χρυσή πώς παιγνιδίζει στον λαιμό μου,
ω! είναι όμορφο να σε κόβουν από τέτοιο σκοπό!
Γλυκαίνει πιότερο η μυρωδιά μου,
δες μια ηλιαχτίδα χρυσή πώς παίζει στο λαιμό μου,
προβάλλει πάλλευκος σαν κύκνος ο λαιμός μου.......

Ο εξομολογητής: ....χρατςςςςςςςςςςς!

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 18, 2008

Το μασκαροχιόνι.

Φαίνεται ότι η πόλη μου το πήρε κατάκαρδα που της είπα ότι είναι μουντζουρωμένη και αποφάσισε να ...μασκαρευτεί...



...όπως τον πρώτο καιρό των παγετώνων, σκέφτηκε, ο Ανθρωπος δεν έχει τίποτε να τραφεί.

Την ημέρα έριξε χιόνι πάνω από τα σπίτια ...



και τη νύχτα συνέχιζε με ρυθμό δριμύ...μέχρι που τα κάλυψε όλα...




Οι άνθρωποι κλείστηκαν μέσα και σκέφτηκαν την παλιά εκείνη εποχή όπου τα πράγματα ήταν φτωχικά, χωρίς φως και που όλοι περίμεναν το χιόνι για να έχουν νερό...



Η πόλη σκεφτόταν κι εκείνη και συχνά τρύπωνε από την καμινάδα για να ζεσταθεί...κρύωνε πολύ. Η καρδιά της ήταν άδεια...





Οι άνθρωποι κάθισαν μαζί της στην φωτιά και σκέφτηκαν τι μπορούσαν να κάνουν για να ζεστάνουν την πόλη τους ...

μερικοί θυμήθηκαν τα παλιά έθιμα ...





άλλοι έπαιξαν με τους πάγους της προσπαθώντας να συμφιλιωθούν μαζί της...




άλλοι ονειρεύτηκαν μια πόλη όπου οι άνθρωποι θα χόρευαν μέσα στο κρύο αψηφώντας τα άδεια της μάτια..




Παρασκευή, Φεβρουαρίου 08, 2008

Τα τείχη.

Γυρίζουμε λευκοί και άοσμοι μέσα σε μια μουντζουρωμένη πόλη.






Τετάρτη, Ιανουαρίου 30, 2008

Τα πνεύματα.

Πεθύμησα τους τόνους και τα πνεύματα.

Ηταν κάτι μικρά σημαδάκια πάνω από τα φωνήεντα που μας ταλαιπωρούσαν. Εδιναν όμως ένα μυστήριο στην γλώσσα. Ισως να ήταν εκείνο το ακατανόητο στοιχείο που διέφευγε παρά τις εξηγήσεις της κυρά- Γραμματικής, όπως ακριβώς γίνεται με μια γυναίκα που στολίζεται με πολύ συγκεκριμένα πράγματα αλλά με έναν δικό της τρόπο τελείως προσωπικό ώστε το αποτέλεσμα να κρατά πάντα ένα στοιχείο κρυφό.

Η λέξη «τόνος» μας προδιέθετε για την χρησιμότητά του μα όπως και οι σημερινοί μαθητές, περνούσαμε ώρα πολλή πάνω από τις πρώτες αράδες μας συλλαβίζοντας μεγαλόφωνα ώσπου να καταλήξουμε πού θα τον τοποθετήσουμε. Οι απόπειρές μας συχνά κατέληγαν σε διφορούμενα αποτελέσματα που μαζί με τις ανορθογραφίες μας προξενούσαν γέλιο στους μεγαλύτερους. «Κάλλη χρόνια» αντί για «καλή χρονιά» τους έκανε πιθανότατα να σκεφτούν ότι τα πρώτα δεν πάνε με τα δεύτερα ενώ ο σωστός τονισμός αποκαθιστούσε τα πράγματα.

Αφού ξεπεράσαμε αυτό το στάδιο, υπήρχε πρόβλημα με την περισπωμένη. Εκτός από την καλλιγραφίας της- υπήρχαν όλων των ειδών, καμπυλωτές σαν ναζιάρικο φρύδι, κυματιστές ή τελείως λιτές πάντα όμως έπεφταν σαν κεραυνός πάνω στην συλλαβή- έπρεπε να γνωρίζεις κάποιον κανόνα για να την χρησιμοποιήσεις, ειδεμή η αμφιβολία σε κατέτρωγε. Το θέμα ήταν να καταλάβεις γιατί τα «μήλα» παίρνουν οξεία ενώ το «μήλο» περισπωμένη. Συνήθως μετά το πέρας του διαγωνισμού διαπιστώναμε ότι κατά την κλίση των ονομάτων τις είχαμε τοποθετήσει λάθος. Η βαθμολογία έπεφτε κατακόρυφα και σου έμενε κατά νου ες αεί ότι «μακρό προ μακρού οξύνεται» ενώ «μακρό προ βραχέως περισπάται».

Τα πράγματα ήταν ολοφάνερα δύσκολα με τα πνεύματα. Δασεία, ψιλή, τι να βάλεις δεν ήξερες. Και η λέξη «πνεύμα» είχε από μόνη της κάτι το τρομακτικό. Ωστόσο υπήρχε μια ομοιομορφία σε ορισμένες περιπτώσεις. Φερ ειπείν,ήξερες ότι οι λέξεις από ύψιλον δασύνονται. Κανείς ωστόσο εκείνα τα χρόνια δεν στάθηκε στην έννοια της λέξεως «δασύς». «Πυκνός» και όσον αφορά στην προφορά «φωνήεν που συνοδεύεται από εκπνοή αέρα», κάτι που εξηγεί γιατί τα δάνεια από την ελληνική γράφονται με το δασύ λατινικό h αντικαθιστώντας το αρχικό δασύ φωνήεν της ελληνικής, helicoptere, hymne και λοιπά. Ηταν μια παράλειψη αυτό. Θεωρεί κανείς ότι τέτοιες εξηγήσεις είναι δυσνόητες για τα κεφαλάκια της πρώτης μαθησιακής ηλικίας. Ωστόσο ήταν πολύ πιο βαρύ το φορτίο των ανεξήγητων κανόνων. Στηρίζονταν στην τυφλή αποστήθιση ταλαιπωρώντας μας ακριβώς όπως εκείνοι οι αμέτρητοι κανόνες του savoir-vivre, πώς πρέπει να χαιρετούμε τους μεγαλύτερους, πώς να τρώμε στο τραπέζι ή να φυσούμε την μύτη μας. Ολες οι εξηγήσεις που τους φώτισαν αργότερα αποκάλυψαν έναν ιδιαίτερο κόσμο πλήρη φαντασίας, πολύ πιο κοντινό στην ιδιοσυγκρασία της παιδικής ηλικίας. Το να απλουστεύεις τα πράγματα είναι σαν να τα γδύνεις από την ουσία τους. Και είναι λογικό όταν χάνεται η ουσία να καταντά το απλό δυσνόητο. Από κει κρατά η δυσφορία που ένιωθα χρόνια ολόκληρα για την γραμματική. Ομως πώς γλυκαίνει η γλώσσα όταν την εξηγείς και την νιώθεις σωματικά, σαν πνοή. Θυμάμαι την έκπληξη που δοκίμασα με τα σύμφωνα, όταν τα ξεχώρισα σε χειλικά που προφέρονται με τα χείλη, οδοντικά και του λάρυγγα. Νιώθεις σαν πνευστό, όργανο που χρησιμοποιεί η γλώσσα και όχι το αντίθετο. Συνήθως το ξεχνούμε αυτό με την μητρική μας. Δεν θυμόμαστε πια την εντύπωση που μας έκαναν οι ήχοι στην βρεφική μας ηλικία. Μπαίνουμε στην διαδικασία ξανά με τις ξένες γλώσσες σαν βρεθούμε μπροστά σε ήχους ασυνήθιστους που δεν έχει η μητρική μας. Τότε γινόμαστε ξανά ηχείο. Κι η γλώσσα αποκτά εκ νέου την γοητεία της. Πρέπει να την προσεγγίσεις με τον δικό της τόνο και την δική της μουσικότητα, κάτι που γίνεται και με τις τοπικές διαλέκτους της μητρικής μας. Πολλοί κοροϊδεύουν τα “επαρχιώτικα”. Κι όμως είναι ένας άλλος τρόπος να ακούσεις ξανά όπως όταν πρωτάρχισες να αφουγκράζεσαι την μητρική σου για να μιλήσεις. Πολλές φορές ζήτησα από ανθρώπους άλλης εθνικότητας να μου πουν πώς ακούγεται στο αυτί τους η ελληνική. Εχω την εμπειρία των ξένων γλωσσών, πώς ηχούν, για την δική μου που την μιλώ δεν την έχω. Πρόκειται για ένα είδος κουφαμάρας, σχεδόν αναπηρίας να μην ακούς την γλώσσα σου. Είμαστε λίγο καλύτερα από τους κωφούς που δεν ακούν τίποτα.

Η κατάσταση ήταν λίγο καλύτερη με τα τηλέφωνα. Η χροιά της φωνής περνώντας μέσα από τα καλώδια, άλλαζε και δοκίμαζε κανείς την έκπληξη ακούγοντας μια γνωστή φωνή διαφοροποιημένη. Γίνονταν και φάρσες με μαντήλια μπροστά στο στόμα, καζούρες ή άλλα της καρδιάς που δεν τολμούσαν να εμφανιστούν στο φυσικό τους. Υπήρχε και ένα παιδικό παιγνίδι «το σπασμένο τηλέφωνο» όπου οι λέξεις άλλαζαν δραματικά από παίκτη σε παίκτη καταλήγοντας σε ασυνεννοησία. Ποιος θα το πίστευε ότι θα γίνουν κάποτε τα τηλέφωνα κινητά και ότι θα συνεννοούμαστε σιωπηλά μέσα από μηνύματα. Υπάρχουν τα νοήματα χωρίς τον ήχο. Το γέλιο που σηματοδοτείται από μια συντομογραφία (lol), η θλίψη από μια ηλεκτρονική emoticon. Νιώθεις λίγο θλιβερά διαβάζοντας, δεν υπάρχει καν ο γραφικός χαρακτήρας όπως στα παλιά μηνύματα που άφηνε κάποιος στην πόρτα σου. Και είναι λίγο σαν κοινή αρρώστια από την οποία υποφέρετε και οι δυο σαν απαντάς. Μια διευκόλυνση σαν εκείνες που σου κάνει η τράπεζα ή ριπή από τον κόσμο της τεχνολογίας που ξεριζώνει σιγά-σιγά την γλώσσα σου.

Η κατάργηση του πολυτονικού σήμανε μέσα μου ένα μικρό συναγερμό. Χωρίς να ξέρω γιατί. Σαν προπομπός κάποιου κακού. Πολλοί είπαν για εθνικιστικές αξίες και για την μάχη που έγινε στην Γαλλία για την cedille. Δεν με έπειθε όμως καμιά τέτοια θεωρία. Τώρα καταλαβαίνω βλέποντας την μονοτονική παράταξη των φθόγγων ότι ήταν θέμα αισθητικής. Τα πολυτονικά κείμενα μου φαίνονται πιο μεστά μόνο και μόνο από το πλήθος και την πολυμορφία των τόνων τους. Μου δίνουν την αίσθηση του χορτασμού. Και καταλαβαίνω ότι αυτή η αισθητική ήταν ταιριαστή με το σημαινόμενο. Απογυμνώνοντας την γραφή από τους τόνους δεν ένιωσα απλούστευση αλλά ανοστιά. Κι όλα αυτά για να μην χάνεται ώρα με άχρηστα πνεύματα που δεν αντιστοιχούν σε τίποτα πια, είπαν. Ο όγκος των γνώσεων ήταν τόσος που έπρεπε να καταργηθούν τα περιττά. Πώς χάνεται η ώρα με το περιττό; Δεν είναι η νόστα της ζωής το περιττό;

Και να, που οι συναντήσεις και το απλό τηλεφώνημα φαντάζουν περιττά κι αυτά. Ϊσως με τις νέες προόδους της τεχνολογίας, πέραν του msn messenger και των ηλεκτρονικών μηνυμάτων με τις αθόρυβες γραμματοσειρές, να σιωπήσει περισσότερο ο άνθρωπος. Να προσομοιάσει όλο και περισσότερο εκείνη την άυλο κατάσταση που με τρομοκρατούσε λίγο όταν συνέχεα τα «πνεύματα» της γραμματικής με τα πνεύματα της ονειροφαντασίας που τα περίμενε κανείς να εμφανιστούν ασώματα μέσα από χαλάσματα και πύργους. Τώρα έχουν εκσυγχρονιστεί κι αυτά και προβάλλουν σιωπηλά μέσα από οθόνες παντός είδους.

Τρίτη, Ιανουαρίου 22, 2008

Ο μαζεύοντας σκουπίδια.





Ολη μέρα γυρίζει και ψάχνει στα σκουπίδια. Δεν είναι ρακοσυλλέκτης. Υποφέρει από ένα ζωύφιο που κατατρώγει τα σπλάχνα του. Είναι σαν την ταινία. Το ταϊζει όλη μέρα και ποτέ δεν χορταίνει την πείνα του.

Συχνά ξυπνώ το ξημέρωμα. Ανοίγουν τα μάτια μου από ένα εσωτερικό ρολόι. Ακούω τότε ένα ελαφρύ θόρυβο από τον δρόμο. Είναι ακόμα νύχτα και οι λάμπες δεν έχουν σβήσει. Στην αρχή νόμισα ότι είναι οι σκουπιδιάρηδες ή κάποιο πεινασμένο ζώο που χαρχαλεύει τα σκουπίδια.

Σηκώθηκα μια φορά και τον είδα. Ηταν ένας φτωχοντυμένος άνδρας. Στα χέρια του φορούσε μάλλινα γάντια χωρίς τα δάκτυλα. Φορούσε ένα σκούφο μέχρι τα μάτια και το πρόσωπό του ήταν σκυμμένο. Δεν μπορούσα να δω τα χαρακτηριστικά του αλλά γύρισε μια στιγμή προς τα μένα σαν να είδε την κίνηση στο παράθυρό μου. Μου έριξε ένα βλέμμα αστραπιαίο και μετά συνέχισε να ψάχνει τον κάδο. Τραβήχτηκα πίσω ταραγμένη, τρέμοντας λίγο που τον είχα πιάσει στα πράσα. Σκέφτηκα ότι κανονικά εκείνος θα έπρεπε να ντραπεί όμως δεν τόλμησα να σκύψω μπροστά να δω αν είχε φύγει ή αν ήταν ακόμα εκεί.

Κάθισα έτσι μαγκωμένη αρκετά λεπτά πίσω από τις κουρτίνες. Δεν άκουγα τίποτα πια. Γύρισα στο κρεβάτι μου. Με πήρε ο ύπνος με την μορφή του στα μάτια μου. Ηταν όμορφος. Η φιγούρα του ήταν όμορφη. Τον σκέφτηκα να ανεβαίνει τον δρόμο ψάχνοντας με το σακούλι του όλους τους κάδους. Ηθελα να τρέξω πίσω του.

Ηταν ο καλλιτέχνης.






Υγ. Ο Διονύσης μου πέταξε το γάντι για τους καλλιτέχνες και την σχέση τους με τις κοινωνικές επαναστάσεις. :) Στη προηγούμενη συζήτηση όλοι οι συνομιλητές είπαν πολύ ωραία πράγματα για την τέχνη, την προέλευσή της, τον σκοπό της, τον ρόλο της στην κοινωνία. Για μένα ο καλλιτέχνης είναι ένα ιερό τέρας, φοβερά ερωτικό πάνω απ όλα. Αμα θέλετε γράψτε την γνώμη σας.

Σάββατο, Ιανουαρίου 19, 2008

Αντισταθείτε.

Λαμβάνοντας την πρόσκληση της Faraona πολλά ποιήματα μου ήλθαν στον νου.

Επειδή όμως είναι μια πράξη αντίστασης στην ασχήμια που επικρατεί τον τελευταίο καιρό στην χώρα μας- φανταστείτε να έβγαιναν όλοι οι έλληνες στο μπαλκόνι τους λέγοντας δυνατά ένα ποίημα- σκέφτηκα ότι το ποίημα που θα αναρτήσω δεν μπορεί να προέρχεται παρά από τον χώρο που γεννήθηκε η ιδέα και όπου περνώ τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο μου τον τελευταίο καιρό. Συγχρόνως θέλω να διαδώσω την ιδέα ότι όλοι εμείς που γράφουμε εδώ στο διαδίκτυο, διαθέτουμε το δικό μας οπλοστάσιο. Δεν διαβάζουμε μόνο ποίηση, γράφουμε επίσης, επομένως διαμαρτυρόμαστε με τα δικά μας μέσα.

Διαλέγω λοιπόν το ποίημα ενός συνταξιδιώτη μας.


The Return




Η Μεγάλη Απάτη.



Είχε μαζευτεί οσαύτως όλη η ανθρωπότητα

Έξω απο το ψιλικατζίδικο και διεμαρτύρετο,


βάζαν όλοι τις φωνές,


Πρόκειται για απάτη, απεφάνθησαν τελικώς

Με ένα στόμα και κοιτώντας με κάποια


ελπίδα.


Μην και δεν είναι απάτη, οι επενδύσεις μας

Επ'αυτής της ζωής ήταν επί κινουμένης


άμμου,


Αναγνώρισαν ελλειπτικώς και δραματικώς,

Τα τούτα και τα κείνα μας τα προβάλαμε


όσο μπορούσαμε


Αποκρύπτοντας εντέχνως τα άλλα μας

Ωστόσο δεν λάβαμε υπ'όψη πως κι οι


άλλοι


Μέγα μέλημα είχαν να επιδείξουνε σαφώς

Τα δικά τους τούτα και τα κείνα τους


Και ν'αποκρύψουν φυσικά τα άλλα τους

Όμως το παιγνίδι δεν συνεστήθη με τους


πλέον κατάλληλους όρους


Ότι υποδοχή των όλων προτεταμένων μας

Δεν συναντήσαμε από την άλλη πλευρά


Αντ' αυτού


Είδαμε μόνον προεξοχή και συνεπώς

Τα εύσημα του κύρους δεν εδόθησαν


πρεπόντως


αλλά προχείρως

αν όχι μηδαμώς


Τούτα συνεπλάκησαν με τούτα κι ακόμα

Κείνα συνεσφάγησαν με κείνα ταχέως


Λάθος πιστεύσαμε πως η προεξοχή του άλλου

Μια δική μας θα'τανε υποδοχή λάθος μεγάλο


Ότι χώρος για τους επισήμους δεν υπήρχε

Σε αυτή την βιαστική τελετή για την οποία


τόσα όνειρα θρέψαμε,


δεν υπήρχε χώρος για τους επισήμους,


Επανέλαβαν με ξαφνική αδιαθεσία ενώ

Ο ψιλικατζής μοίραζε ασπιρίνες,


Χώρος για τους επισήμους δεν υπήρχε,

Ξαναείπανε με υπομανιακό τρόπο,


δεν υπήρχε,


Εψώνισαν εν τέλει τα προαποφασισμένα

Ψιλικά τους


και ωδεύσαν πιθανώς προς τα σπίτια τους


πάλι


Ο δε ψιλικατζής τους κοιτούσε με βλέμμα

Στοργικό.










Με την σειρά μου καλώ τους:
για οσο τα ροδα
ioannisxen
ggl
mplim mplom
meril
hollow sky
γουφας
λευτυρακη

Κυριακή, Ιανουαρίου 06, 2008

Περιμένοντας τον Καινούργιο Χρόνο.



Και τι θα κάνεις γιαγιά παραμονή πρωτοχρονιάς, ρωτούσα για να την δοκιμάσω.
– Ε, τσούπρα μου τίποτα, έλεγε, θα πλαγιάσω να κοιμηθώ.
Η απάντησή της μου έφερνε απελπισία.
–Και δεν θα περιμένεις τα μεσάνυχτα, επέμενα. Που θα αλλάξει ο Χρόνος και τόνιζα το Χρόνος για να δείξω την σπουδαιότητα της στιγμής.
– Ε, ο χρόνος θα αλλάξει, μου έλεγε ήσυχα κι εγώ θα σηκωθώ το πρωί να πάω στην εκκλησιά μου......και συνέχιζε τις ασχολίες της χωρίς να ιδρώνει το αυτί της.

Ενιωθα τότε ότι άλλαζε ο ρους των πραγμάτων. Πώς μπορούσε να πέσει να κοιμηθεί; Μέσα μου φύτρωνε άθελά μου, ο σπόρος της αμφισβήτησης για τις φωταψίες και τα στολίδια του κόσμου μου. Συγκρίνοντάς τα με τη λιτότητα και τη σκοτεινιά του δικού της, με κεντούσε η υποψία ότι κάτι μου έκρυβε που έπρεπε οπωσδήποτε να ανακαλύψω. Στην ουσία μια γιορτή κατρακυλούσε από το βάθρο της και έμενε απλή και απέριττη μόνο με το χριστιανικό της ντύμα. Αυτό όμως είναι μια σκέψη τωρινή. Τότε τα λόγια της λειτουργούσαν πάνω μου σαν κρύο ντους, όπως όταν οι προσδοκίες σου διαψεύδονται Το έκανε άθελά της. Ετσι ζούσε!

Επλεξε κατ αυτό τον τρόπο γύρω από το μυαλό μου την θεώρηση ενός άλλου κόσμου που επειδή δεν μπορούσα να τον καταλάβω στον πυρήνα του, με φόβιζε λίγο και αυτό του έδινε ένα παραμυθένιο στοιχείο από το οποίο αντλώ σήμερα ενήλικη. Επανέρχεται αποσπασματικά. Εικόνες, λόγια, μυρωδιές. Βρίσκει τώρα την εξήγησή του αλλά κρατά την μαγεία του. Ηταν ένας κόσμος, αγροτικός. Διαφορετικός από τον μεσοαστικό όπου ανήκα. Μόνο αυτό: διαφορετικός. Το γεγονός ότι η διαφορετικότητά του συνέπεσε με ένα περιεχόμενο ζηλευτό πρέπει να είναι ευτυχής σύμπτωση και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό συγκρίνοντας τον πλούτο που κατέχω σαν εγγονή αγρότισσας με την φτώχεια που θα προκύψει από τις γιαγιάδες της σημερινής εποχής.

Τι άραγε θα θυμούνται τα εγγόνια μου; Πώς θα σταθώ εγώ απέναντι στο μέλλον; Κοιτώντας γύρω μου βλέπω ήδη γιαγιάδες αστές που ακολουθούν την εποχή των παιδιών τους μην έχοντας να παραδώσουν τίποτα το ξεχωριστό στα εγγόνια τους. Υπάρχει σύγκλιση των γενεών και αυτό με τρομάζει. Σε τι διαφέρει σήμερα μια εξηντάρα γιαγιά από την τριαντάρα κόρη της; Ντύνονται το ίδιο, βάφουν τα μαλλιά τους, μακιγιάρονται. Εχουν μοντέρνες αντιλήψεις, καπνίζουν, οδηγούν. Νεάζουν. Με άλλα λόγια απαρνούνται τα γηρατειά τους. Γηρατειά σημαίνει ότι ανήκω σε μια άλλη εποχή και φέρω τα δείγματά της. Το ντύσιμο, το στήσιμο, τα λόγια, την συμπεριφορά. Και ότι με όλα τούτα πλέκω το παραμύθι. Καταφανώς η γιαγιά μου δεν μου είπε κανένα. Γιατί ήταν η ίδια παραμύθι.

 
...ευχαριστώ για τον χρόνο σου.