Δευτέρα, Δεκεμβρίου 24, 2007

...


ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 20, 2007

Η μάντρα.




Από βραδύς έβαλε τα ρούχα της στο έβγα της κάμαρης να μην ξυπνήσει τους άλλους. Δεν είχε να πάει για δική της έγνοια -και είχε μπόλικες αλλά για του Γιαννιού της. Κάτι τελευταία μαζέματα τα έκαμε όλο κι αυτά και απόκαμε από νωρίς στο παραγώνι να τρίβει τα χέρια της στους κόμπους, την σούβλιζαν κι αυτά και όλα τα κόκαλά της, έτριζε πολλές φορές σαν σαπιοκάραβο αλλά σημασία δεν έδινε, απεναντίας όσο βογκούσε ο σκελετός τόσο ξαμολιόταν στις ρούγες ροβολώντας σαν την πέρδικα ξεχνώντας τα δικά της -να την έβλεπες ένα περίεργο πράγμα έλεγες κι εκείνη την ήξερε την κακεντρεχειά τους και φορούσε κατάσαρκα το σκόρδο, μια σκελίδα δαγκωμένη βαθιά.

Ο Γιαννιός της ήταν γέρος απόγερος, ήγουν είχε περάσει τα χρόνια εκείνα που το γήρας είναι υποφερτό. Τα στερνά τα –ήντα πρόβαλλαν δυσοίωνα και πήγαινε για τα εκατό προ πολλού, μπορεί και να τα είχε ξεπεράσει καθότι εκείνες τις χρονιές που ήντουσαν όλοι τους νιοί, ληξίαρχοι δεν υπήρχαν και έγραφαν την γέννηση στο ξώφυλλο της Γραφής. Το δικό της ήταν τελευταίο μετά από δώδεκα παιδιά, δωδέκατη τρίτη από τα γεννημένα γιατί είχαν πεθάνει τρία πριν από κείνη άρα δωδέκατη από τα ζωντανά γι αυτό και καλότυχη. Και γάμο έκαμε και παιδιά ένα τσούρμο όλα εν ζωή. Τον Γιαννιό της τον ξέχασαν και δεν τον έγραψαν, θαρρείς ήταν γεννημένος λάθρα. Ζωή που την είχε καλύτερα να μην την γράψεις ούτε για παραμύθι να τρομάζεις τα νιάνιαρα να τρώνε το φαγί τους. Πρώτα δουλευτής στα χωράφια αλλά τραυλός, όσο να πει βράδιαζε για τούτο και αντίρρηση καμιά δεν έφερνε, όλα τα έκαμε κι έπαιρνε ό,τι του έδιναν, φαγητό, ρούχο και τα ρέστα ο κόπος του καθότι το τραύλισμα οι χωριανοί το λογαριάζανε για βλαμμένο μυαλό αλλά εκείνος δεν ήταν, όχι τα είχε τετρακόσια. Απόκαμε πήγε στην πόλη βοηθός χτίστη, έπιανε το ζύγι αλφάδιαζε, την λάσπη, την πέτρα κουβαλούσε έμαθε την τέχνη της έγινε τεχνίτης πρώτος, η τραύλα τραύλα. Δεν εμπόδιζε ωστόσο. Άμα έχεις τέχνη φαίνεται στο έργο. Ανάσανε. Τότε του ήλθε να κάμει γάμο. Δεν ήθελε την μοναξιά. Όλη μέρα μοναχός ήταν με το ξεροβόρι και με το λιοπύρι. Η λάσπη έπεφτε μαστόρικα από το μυστρί κι έκαμε θάματα. Θάμα είναι άμα μεταμορφώνεις το υλικό που σου δίνεται σε πλάσμα. Πλάσμα είναι άμα αυτό που φτιάχνεις έχει δική του ζωή και οι μάντρες του Γιαννιού είχαν. Περνούσαν ανθρώποι και πέθαιναν κι εκείνες έστεκαν ακόμα γεμάτες κουφάλες σκαμμένες από τα μερμήγκια.

Κι ο Γιαννιός της στέκει ακόμα. Η κοπέλα δεν τον θέλησε. Είπε είναι χτίστης και θα με κτίσει μέσα στην κάμαρη. Κείνος έκτισε την μοναξιά του αφού δεν τον θέλησε. Το σκέφτηκε και το βρήκε σωστό. Όλα τα σπίτια που τον φωνάζουν συλλογίστηκε, έχουν γύρω μια μάντρα. Το δικό του όχι, δεν θα είχε αλλά θα ήταν ανοιχτό σε όλους τους καιρούς. Κι απόμεινε να χτίζει τις μάντρες των άλλων.

Μετά γέρασε. Στην ραχούλα του φύτρωσε μια καμπουρίτσα. Τότε ήλθε πίσω με το σακούλι το πάνινο. Μέσα ήταν το μυστρί και το βαρίδι που αλφάδιαζε. Το κρέμασε στο καρφί στην αυλόπορτα και δεν μεταδούλεψε. Ήταν ακόμα τραυλός.

Τα απόδειπνα τα πέρναγε στον καφενέ. Καθόταν με τους άλλους γέρους που έπαιζαν την πρέφα. Δεν έπαιζε αλλά είχε το κομπολόγι. Σαν γυρνούσε κοντοστεκόταν να ζυγιάσει με το μάτι τις μάντρες του χωριού. Τώρα μαστόρους σαν του καιρού του δεν είχε. Είχε ξένους που μιλούσαν άλλη γλώσσα κι άλλη τέχνη είχαν. Εκείνοι έκτιζαν, οι γυναίκες τους είχαν άλλη δούλεψη σε γέρους σαν και του λόγου του. Άναβαν τις φωτιές. Οι γέροι τον χειμώνα κρυώνουν πολύ. Σαν έχει χιόνι έξω δεν ημπορούν να βγουν για ξύλα. Μερικοί κατάκοιτοι από την δουλειά από χρόνια. Τούτες οι γυναίκες παίρνουν τα σπίτια τους με την σειρά και ανάβουν τις σόμπες. Άλλη δουλειά δεν κάμουν νωρίς μόλις φέξει από τούτη. Γυρίζουν στα σπίτια των γέρων, ρίχνουν το δαδί και πετάνε το σπίρτο. Οι στόφες καίνε και οι γέροι ζεσταίνονται. Ο Γιαννιός της τής είπε ότι δεν τον πειράζει τώρα που η γυναίκα δεν τον θέλησε. Κι αυτοί χτίστες δεν ήταν, είπε, αλλά πάλι μοναχοί τους απέμειναν με μια ξένη γυναίκα που την πληρώνουν για να ζεσταθούν. Απ όσα παιδιά που έχουν και γυναίκες που πήραν και μάντρες που έκτισαν γύρω από το σπιτικό τους, πάλι όλοι τούς έφυγαν και χρειάζονται τώρα τούτες τις άλλες για να ζεσταθούν, τις ξένες.

Είναι κάμποσοι στο χωριό. Τους λογαριάζει έναν- έναν τους με τα ονόματά τους. Ο Γιαννιός της, ο Χριστάκος της, ο Μιχαλιός της..... ο Λιάς της...ναι και καμιά δεκαριά ακόμα και είναι όλοι τους που δεν θέλουν να ανάβει η φωτιά τους με πληρωμή και τρέχει να τους προλάβει σήμερα ξημερώνοντας Χριστούγεννα, μια φορά τον χρόνο να ανάψει η φωτιά τους με μια κουβέντα.....

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 13, 2007

Το διήγημα.

Σε μια ξύλινη βιβλιοθηκούλα που έχω στην αποθήκη φυλάω τα παλιά βιβλία των παιδιών από τότε που πήγαιναν γυμνάσιο....απ όπου ανέσυρα αυτές τις 15 γραμμές αφήγησης..

Επίσκεψη.

Όλη μέρα πάστρευε το σπίτι σφουγγάριζε τα πατώματα γυάλιζε τα μπρούντζινα και ασβέστωνε τα πεζούλια. Προς το βράδυ απόκανε κι έκατσε στη γωνιά της να ξαποστάσει με μισό φλιτζάνι καφέ και μισό παξιμάδι. Τότε ήλθε ο Άγγελος του Κυρίου και της χαμογέλασε γλυκά κι εκείνη ντράπηκε κι έλυσε την ποδιά της και την έκρυψε βιαστικά κάτω από το πανέρι με τ΄ασπρόρουχα. Ύστερα τον κοίταξε στα μάτια ανήσυχα κι ο Άγγελος του Κυρίου κατάλαβε και πήρε ένα παλιό λαϊκό περιοδικό που βρισκόταν πάνω στο κομοδίνο και το ξεφύλλιζε κάνοντας πως διαβάζει. Πετάχτηκε τότε στην κουζίνα και ζέστανε το φαΐ κι ύστερα βγήκε στην αυλή και μάζεψε τα σεντόνια που είχε απλώσει από το πρωί για να στεγνώσουν δίπλωσε βιαστικά τις κάλτσες κι έστρωσε το τραπέζι. Σαν τελείωσε κι αυτό φόρεσε τη ζακέτα της και στάθηκε καρτερικά δίπλα στην πόρτα. Κι ο Άγγελος του Κυρίου παράτησε το περιοδικό πάνω στο κομοδίνο και βγήκανε μαζί στον δρόμο. Κι εκείνη κλείδωσε την πόρτα κι έβαλε όπως πάντα το κλειδί μέσα στην γλάστρα.

( από την Ποιητική Συλλογή «Ιστορίες για τον Σέργιο» - Σπύρος Τσακνιάς. 1976)

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 12, 2007

Του Αγίου Σπυρίδωνος.

Αύριο του Αγίου Σπυρίδωνος και γιόρταζε ο πατέρας. Αναμνήσεις από τις νεανικές του γιορτές δεν έχω, θυμάμαι όμως τις στερνές ονομαστικές του. Διοργάνωναν μικρές συνεστιάσεις με την μητέρα και από μέρες πριν επικρατούσε στο σπίτι μια αναμπουμπούλα από ψώνια που έσπαγε την καθημερινότητα. Καθόταν κάθε απόγευμα μπροστά στην τηλεόραση την ώρα των ειδήσεων και αν είχε καουμπόικο και μετά. Όταν πέθανε μου φάνηκε πολύ βαθιά η πολυθρόνα του – δεν ήθελα να το δεχτώ ότι το ονομά του ήταν φαρδιά πλατιά γραμμένο πάνω στην ταφόπλακα. Είχε αλλάξει θέση και ήταν απίστευτο πώς έσπασε η ρουτίνα με τον θάνατό του όχι από κάτι άλλο.

Είχε μεγάλο ενδιαφέρον ο τρόπος που γίνονταν οι προσκλήσεις. Τηλεφωνικώς και έρχονταν όλοι αφού πρώτα έπρεπε να απαντήσουν μέχρι την Τρίτη ή την Τετάρτη κι ύστερα πάλι τηλεφωνικώς μαθαίναμε ότι έφυγαν.

Σ αυτές τις συγκεντρώσεις οι κυρίες κάθονταν στο σαλόνι γιατί ήταν απλώς κυρίες και τους προορίζονταν αυτοί οι χώροι με το πιάνο και τα καλά σερβίτσια ενώ οι άνδρες κάθονταν πιο δω στο καθιστικό όπου μπορούσαν να μιλούν πολιτικά με ζωηρή φωνή τόσο που να νομίζεις ότι διαφωνούν και πράγματι συνέβαινε αυτό αν τυχόν είχε προσκληθεί κάποιος λίγο παράταιρος στις πολιτικές πεποιθήσεις αλλά ο καυγάς πάντα αναχαιτιζόταν από κάποιο τηλεφώνημα ευχετήριο ή την παρέμβαση της μητέρας που καλούσε να περάσουν να σερβιριστούν στο διπλανό δωμάτιο. Υπήρχε αυτή η ετικέτα. Πρώτα οι κυρίες, το χειροφίλημα, το παλτό που έπρεπε να κρατήσει ο σύζυγος για να το φορέσει η κυρία του, το ποτό αν εόρταζε άνδρας, ανθοδέσμη αν ήταν κυρία ή γλύκισμα χειροποίητο σε καλή πιατέλα -καμιά φορά δεν έφταναν τα βάζα δημιουργείτο το αδιαχώρητο στο ψυγείο...

Ετικέτα είναι τώρα, τότε ήταν τρόπος να ζεις. Ενα ερώτημα στριφογύριζε στο νου μου: αν ήταν όλοι εκείνοι οι γιορτινοί άνθρωποι έτσι και στην καθημερινή τους ζωή, μεταξύ τους τα ζευγάρια πώς φέρονταν όταν ήταν με τις πιζάμες τους, όταν δεν ήταν οι άλλοι μπροστά πώς μιλούσαν και πώς τα κανόνιζαν στις διαφορές τους. Γιατί πρέπει να υπήρχαν. Πρέπει να είχαν νεύρα. Αντιρρήσεις. Διαφορές. Ηξερα από το δικό μου σπίτι ότι υπήρχαν πράγματα που κρύβονταν από τον κόσμο γιατί έπρεπε να κρυφτούν. Ηταν μια διαφορετική θεώρηση ζωής όπου μοιράζονταν μόνο τα ανώδυνα. Ιδιαίτερα ο πόνος έπρεπε να κρατηθεί κρυφός. Αργότερα έμαθα ότι αυτό το είπαν μικροαστισμό. Μπορεί. Ο πόνος, η εκδήλωσή του ήταν επιτρεπτός μόνο στην ύπαιθρο. Η έννοια της φιλίας που θα επέτρεπε το μοίρασμα δεν υφίστατο. Υπήρχε η φιλία αλλά εκδηλωνόταν περισσότερο με χειρονομίες που την υποδήλωναν παρά με εκμυστηρεύσεις. Ανθρωποι σκληροτράχηλοι που άντεξαν σε λογής-λογής σκαμπανεβάσματα της ιστορίας, τα καταχώνιασαν μέσα τους, απ όπου αντλούσαν μια βεβαιότητα για το τι θα ψηφίσουν, πώς θα αναθρέψουν τα παιδιά τους, ποιον θα θεωρούν φίλο και ποιον εχθρό.

Ηταν η Ελλάδα τότε ένα απέραντο στρατόπεδο αιχμαλώτων ο καθένας από διαφορετική πατρίδα. Κράτησε ο εμφύλιος χρόνια ατελείωτα. Τον πρόλαβα κι εγώ. Ο πατέρας πέθανε ένα καλοκαιρινό ξημέρωμα στο Λαύριο. Κοντά στην θάλασσα. Λες και ήταν συμβολικό. Μαζί του είχε πάρει μια τσάντα γεμάτη από έγγραφα, σημειώσεις από την Πολιτεία του Πλάτωνα. Αλαφραίνει η ψυχή μου όταν το σκέφτομαι αυτό. Εκανε τόσα πράγματα για μένα που φοβόμουνα μην δεν πρόφτασε να κάμει κάτι και γι αυτόν. Ηταν μια καφέ τσάντα φουσκωτή με ασημί κούμπωμα και μέσα ήταν ο Πλάτωνας. Την άνοιξα και το είδα και σεβαστικά την ξανάκλεισα ήσυχη πια.

 
...ευχαριστώ για τον χρόνο σου.