Σάββατο, Μαρτίου 31, 2007

Η Λαζαρίνα.



"Τσιντσιρό γαϊτάνι μαϊκου μ΄κι αργύρο κουϊμπί μωρ και αργύρο κουϊμπι
Έχασα του χαϊμάλι μου ποιά του βρηκίτι μωρ ποιά του βρηκίτι
Σαν του βρήκις μωρ Βάσιλω δος μας του νά ζεις μωρ δος μας του νά ζεις
Ματου στίμμα του φιγγάρι δεν του βρηκά ιγω μωρ δεν του βρηκά ιγω
Βρε Μάνωλη Μανωλάκη κι κάλου πίδι μωρ κι κάλου πίδι
Τι κάλη γυναικά ποχείς κι δε χαιρίσι μωρ κι δε χαιρίσι
Που την είδες που την ξερεις και την μολούγας μωρ και την μολούγας.....
"

Τραγουδιέται και χορεύεται από τις «Λαζαρίνες» την ημέρα του Λαζάρου στην Αιανή Κοζάνης. Οι Λαζαρίνες είναι ομάδες κοριτσιών που φορούν ειδικά ρούχα ανάλογα με την ηλικία τους. Το Σάββατο του Λαζάρου μαζεύονται στο σπίτι μιας κοπέλας, το λεγόμενο κονάκι, κι από κει ξεκινούν ανά ομάδες (μπλίκι) για τα σπίτια του χωριού όπου λέγουν αυτοσχέδια τραγούδια ( κάλαντα λαζαριάτικα) ανάλογα με τα σπίτια που επισκέπτονται. Για παράδειγμα, αν το σπίτι έχει ανύπαντρη κόρη, λένε ευχές για την κόρη, αν υπάρχει κάποιος γραμματιζούμενος λένε ανάλογα στιχάκια. Το απόγευμα όλες οι ομάδες μαζεύονται στην πλατεία του χωριού για να χορέψουν το «Τσιντσιρό». Τραγουδούν και χορεύουν χωρίς μουσική -εξ ου και ο ιδιαίτερος τονισμός του τραγουδιού που δίνει τον ρυθμό-και δεν λαμβάνουν μέρος καθόλου άνδρες.

Η λαογραφία, εντάσσει τα λαζαριάτικα κάλαντα στους αρχαίους αγυρμούς από τους οποίους έμειναν και τα Χελιδονίσματα, κάλαντα για το καλωσόρισμα των χελιδονιών. Οι Λαζαρίνες συνδέονται με τους κήπους του Αδώνιδος, ενός αρχαίου θεού. Όλα αυτά τα έθιμα αργότερα οι άνθρωποι τα περιέβαλαν με ένα χριστιανικό μανδύα και συνέδεσαν τους κήπους του Αδώνιδος με την Ανάσταση του Λαζάρου.

Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι οι ομάδες των κοριτσιών που αποτελείτο πάντα από ανύπαντρα κορίτσια, συνοδεύονταν από την Λαζαρίνα η οποία ήταν μια γυναίκα που έπρεπε 1. να έχει παντρευτεί 2. να έχει γνωρίσει την μητρότητα 3. να έχει γευτεί τον θάνατο, να είναι δηλαδή χήρα.Τα καθήκοντά της δεν αφορούσαν μόνο το Σάββατο του Λαζάρου αλλά όλο το έτος κατά τη διάρκεια του οποίου ήταν υπεύθυνη να τα μυήσει στην ζωή.

***

Είναι ένα σκεπτικό πολύ διαφορετικό από το σημερινό όπου για τα παιδιά είναι υπεύθυνη μόνο η οικογένεια. Τότε ήταν ένα πρόσωπο εκτός αυτής επιλεγμένο από την ίδια την ζωή, δηλαδή κάποιος που είχε γνωρίσει κυριολεκτικά στο «πετσί» του τόσο την χαρά όσο και τον πόνο. Πρόκειται για έναν «ειδικό» επομένως.

Σήμερα, την εποχή της ειδίκευσης και της εξειδίκευσης, η κοινωνία μας δεν διαθέτει ειδικό για τα παιδιά διότι όσο και να σκεφτώ δεν μπορώ να αντιστοιχίσω στην διάρθρωσή της, το πρόσωπο που αναλογεί στην Λαζαρίνα. Μπορεί να είναι η μάνα αλλά διαθέτει πάντα την πείρα που προσφέρει το παραπάνω τρίπτυχο και προ παντός τον χρόνο; Το ίδιο ισχύει και με τον δάσκαλο.

Ας σημειωθεί ότι παλαιότερα κύριος πόρος ζωής για την οικογένεια ήταν η γη, τομέας όπου ειδικά η αναπαραγωγή και ο θάνατος διδασκόταν εξ ορισμού στο παιδί μέσα από την παρατήρηση των φυτών και των ζώων. Σήμερα αντίθετα, η εργασία όχι μόνον έχει μεταφερθεί σε άλλους χώρους, «αποστειρωμένους» όσον αφορά αυτά τα δυο αλλά έχει αποκοπεί και από τον φυσικό χώρο του παιδιού, την οικογένεια. Ο πατέρας/μητέρα κάνει ένα άγνωστο επάγγελμα στο οποίο το παιδί δεν έχει καμιά συμμετοχή. Συχνά δεν γνωρίζει τι ακριβώς σημαίνει « επιχειρησιακός ερευνητής» ή κάποιο άλλο από τα σύγχρονα επαγγέλματα. Τα χρήματα κερδίζονται μυστηριωδώς όπως μυστηριωδώς γεννιούνται και τα αδελφάκια τους σε πολυτελείς κλινικές ή πεθαίνουν οι παππούδες τους στα δαιδαλώδη νοσοκομεία. Το παιδί ανήκει πλέον σε ένα ξεχωριστό κόσμο τελείως αποκομμένο από τον κόσμο των ενηλίκων, δηλαδή τον πραγματικό κόσμο για τον οποίο πληροφορείται μόνο μέσα από τα media ή από τους υπερβολικά υπερπροστατευτικούς γονείς του. Οι τελευταίοι φροντίζουν ώστε να διδαχτεί γράμματα, ξένες γλώσσες, αθλητισμό και μουσική πληρώνοντας τους ανάλογους ειδικούς. Για τον έρωτα και τον θάνατο η σημερινή κοινωνία όμως δεν διαθέτει κανέναν ειδικό. Εν άλλοις, προετοιμάζονται οι νέοι για μια ανταγωνιστική κοινωνία βασισμένη σε εφόδια που δεν έχουν να κάνουν με την ουσία της ζωής.

Δεν υποστηρίζω ότι τα παραπάνω εφόδια δεν είναι απαραίτητα για την διάπλαση του παιδιού και την επιβίωσή του εν γένει ως αυριανός ενήλικας αλλά θεωρώ ότι δεν ανταποκρίνονται στο κεφάλαιο κορμί, δηλαδή ό,τι έχει να κάνει με το αρχέγονο στοιχείο. Καλλιεργούμε το πνεύμα, αναπτύσσουμε τον νου, γυμνάζουμε το κορμί όπως ακριβώς λιπαίνουμε, κλαδεύουμε και μπολιάζουμε ένα δένδρο, τις ρίζες του όμως δεν τις φροντίζουμε, γιατί ρίζα είναι βέβαια ό,τι σχετίζεται με το αρχέγονο, όπως και ο τρόπος που το διαχειριζόμαστε. Και βέβαια αν η ρίζα δεν είναι γερή, το δένδρο κάποια στιγμή θα κλονιστεί, εξ ου και οι νευρώσεις που συχνά χαρακτηρίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο.



Κάλαντα του Λαζάρου θα βρείτε εδώ Στοιχεία για το έθιμο πήρα από το Λύκειο Ελληνίδων.

Τρίτη, Μαρτίου 27, 2007

Πλάνες.



«Λέγεται μάλιστα πως ήταν αυτός ( ο Θηραμένης) που σκηνοθέτησε την παρέμβαση των συγγενών των ναυαγών οι οποίοι εμφανίστηκαν με τα πρόσωπα πασαλειμμένα με στάχτη εις ένδειξη πένθους, κατά την διάρκεια της δίκης και με τους θρήνους και τους ολολυγμούς τους επηρέασαν την καταδικαστική απόφαση- οι αναγνώστες της αρχαίας τραγωδίας γνωρίζουν καλά την πολιτική δύναμη του πένθους.


Σημ.7. Μετά τη ναυμαχία στις Αργινούσες, το 406 πχ, την τελευταία νικηφόρα εμφάνιση του αθηναϊκού στόλου στο θέατρο του πολέμου, ορισμένοι κατηγόρησαν τους στρατηγούς ναυάρχους ότι δεν περισυνέλεξαν τους ναυαγούς και τους τραυματίες. Αυτοί παρότι είχαν δώσει εντολή σε δυο πλοιάρχους να επιστρέψουν στο σημείο της ναυμαχίας ώστε να φροντίσουν για τα δέοντα, απέδωσαν την ατυχή έκβαση της επιχείρησης στις αντίξοες καιρικές συνθήκες. Οι στρατηγοί κάλυψαν έτσι τους πλοιάρχους όμως εκείνοι επειδή φοβήθηκαν τις ευθύνες τους, τους κατηγόρησαν ότι ευθύνονται προσωπικά για την εγκατάλειψη των ναυαγών. Καταδικάστηκαν σε θάνατο ομαδικώς και όταν δυο μέρες μετά η συνέλευση άλλαξε γνώμη, είχαν ήδη εκτελεσθεί. Ο Θηραμένης ήταν ένας από τους δυο πλοιάρχους και αφανής πρωτεργάτης της δικαστικής απόφασης η οποία εννοείται, απάλλασσε τον ίδιο από οποιαδήποτε ευθύνη. Ο δεύτερος κατήγορος, κάποιος ονόματι Καλλίξεινος, ο οποίος εκτέθηκε στην συνέλευση υπέρ της καταδίκης των στρατηγών, λέγεται ότι όταν μερικά χρόνια αργότερα επέστρεψε στην Αθήνα από τον Πειραιά, πέθανε μισότρελος από την πείνα, γιατί κανείς δεν του απηύθυνε τον λόγο και κανείς δεν ήθελε να του δώσει ούτε ένα κομμάτι ψωμί. Στην υπόθεση αυτή αναφέρεται λεπτομερώς ο Ξενοφών στα Ελληνικά του, ο οποίος δεν χάνει ευκαιρία να περιγράψει τη δημοκρατία σαν μια κινούμενη άμμο αποτελούμενη από ανεξέλεγκτα και ευμετάβλητα συναισθήματα και λοιπά δυσοίωνα ανθρώπινα υλικά. Ας σημειωθεί ότι ο μόνος Αθηναίος που αντέδρασε στην εκδίκαση της υπόθεσης ήταν ο Σωκράτης ο οποίος την ημέρα εκείνη ως πρόεδρος των πρυτάνεων επικαλέσθηκε έναν νόμο που απαγόρευε τις ομαδικές δίκες».



Τάκης Θεοδωρόπουλος, Το Μυθιστόρημα του Ξενοφώντα, εκδ. Ωκεανίδα, σελ.18-19.



Από το παραπάνω κείμενο, το οποίο πιστεύω είναι διαχρονικής σημασίας, μου έκαναν εντύπωση τα εξής σημεία, χαρακτηριστικά μιας τραγικής δικαστικής πλάνης που αφορά όμως την δημοκρατία.

1. η συγκάλυψη των υπευθύνων από τους ανωτέρους τους. Πόσες φορές δεν το συναντούμε και σήμερα στην πολιτική σκηνή. Τελικώς οι στρατηγοί καταδικάστηκαν για αυτή την « ευεργεσία» τους προς τους πραγματικά υπεύθυνους επειδή προφανώς δεν θα μπορούσαν ποτέ να επικαλεστούν το σφάλμα τους ως αθωωτικό επιχείρημα. Και στις δυο περιπτώσεις δηλαδή, είτε έλεγαν ότι «κάλυψαν» τους πλοιάρχους είτε ότι δεν τους διέταξαν να επιστρέψουν στον τόπο της ναυμαχίας, η απόφαση θα ήταν καταδικαστική επειδή και στις δυο περιπτώσεις θα είχαν διαπράξει έγκλημα κατά της Πολιτείας. Η προδοσία των πλοιάρχων δεν μου προξενεί και τόσο εντύπωση, μιας και ο «ευεργετηθείς» σχεδόν πάντα καταφέρεται εναντίον του ευεργέτη του μόνο και μόνο επειδή δεν θέλει να χρωστά.


2. η στάση των συγγενών των θυμάτων των οποίων ο ανθρώπινος πόνος συνετέλεσε στο να τυφλωθούν και να ταχθούν τελικώς με την μεριά των ενόχων. Παρόλο που με εντυπωσίασε πολύ η στάχτη σαν συμβολισμός πένθους- πραγματικά πολύ δυνατό σαν έκφραση, σχεδόν πρωτόγονο που κάμπτει και την πιο σκληρόκαρδη καρδιά- σε μια δίκη και μάλιστα εθνικού όπως θα λέγαμε σήμερα περιεχομένου, ο συμβολισμός αυτός υποβιβάζεται σε μεταμφίεση που προσομοιάζει το θέατρο και κατά την γνώμη μου θα έπρεπε να έχει αντίθετο αποτέλεσμα στην Συνέλευση. Διότι εκείνο που εκδικαζόταν στην δεδομένη δίκη δεν ήταν η ευθύνη για την μη περισυλλογή συγκεκριμένων νεκρών αλλά μια αξία της Πολιτείας και γενικά του πολεμικού Δίκαιου, η περισυλλογή των θυμάτων του πολέμου ως απόδοση αναγνώρισης και τιμής. Κάτι ανάλογο δηλαδή με την ταφή των νεκρών στην «Αντιγόνη». Η στάση όμως το συγγενών μετατόπισε το βάρος και δυστυχώς όπως αναφέρεται, επηρέασε την κρίση των δικαστών-διότι άλλο το πένθος και άλλο η εκμετάλλευσή του. Το ερώτημα είναι τι δικαστές είναι τούτοι που πέφτουν σε τέτοιες παγίδες. Γιατί σήμερα δεν πέφτουν;


3. η στάση της κοινής γνώμης απέναντι στον Καλλίξεινο πολλά χρόνια αργότερα, η δικαιοσύνη που αποδίδεται δηλαδή από το κοινό αίσθημα που σε αυτή την περίπτωση επιβεβαιώνει αυτό που είπα και παραπάνω, ότι τελικά σε τέτοιες δίκες δεν εκδικάζεται το αδίκημα προς τους συγκεκριμένος νεκρούς αλλά το αδίκημα προς την αξία που αντιπροσωπεύουν. Διότι αν πράγματι όλοι αυτοί που αρνήθηκαν να δώσουν και ένα ξεροκόμματο στον φταίχτη ένιωθαν εξαπατημένοι για τους νεκρούς και τους στρατηγούς, θα μπορούσαν πιθανώς να παραπέμψουν τους πραγματικά ενόχους σε νέα δίκη, πράγμα που δεν έκαμαν. Εκείνο για το οποίο ένιωθαν εξαπατημένοι επομένως και για το οποίο τους είχαν καταχωρήσει στην συνείδησή τους ως ενόχους, ήταν η εξ αιτίας τους εξαπατημένη Δικαιοσύνη, προφανώς ένιωθαν ότι δεν υπάρχει Δικαιοσύνη ως αξία, επομένως πώς να τους παρέπεμπαν πάλι σε μια Αρχή που είχε πέσει στα μάτια τους; Ο θεσμός είχε εκπέσει και η πίστη τους σε αυτόν. Αν επί προσθέτως δεχτούμε ότι πίσω από το πρόσωπο της Δικαιοσύνης κρύβεται ο κάθε ένας από τους πολίτες που την έχει εξουσιοδοτήσει να μιλά για λογαριασμό του, τότε ο κάθε ένας από τους πολίτες που αρνήθηκε να απευθύνει το λόγο στους ενόχους το έκανε διότι ένιωσε ο ίδιος ακυρωμένος- ως εντολοδότης. Μήπως και η ακύρωση της Δικαιοσύνης στις συνειδήσεις δεν είναι και η απαρχή στις μέρες μας της Αναρχίας;


4. τέλος, για την εκτίμηση του κ. Θεοδωρόπουλου όσον αφορά τα «Ελληνικά» του Ξενοφώντα δεν έχω γνώμη, μιας και δεν τα έχω διαβάσει, πιθανώς να είναι έτσι αφού ο Ξενοφών καταγόταν από ολιγαρχική οικογένεια. Αλλά για το ότι «η δημοκρατία (ως πολίτευμα) είναι κινούμενη άμμος αποτελούμενη από ανεξέλεγκτα και ευμετάβλητα συναισθήματα και λοιπά δυσοίωνα ανθρώπινα υλικά» αν το εξετάσω ως γενική θέση δηλαδή, ανεξάρτητα από κάθε θέση του συγγραφέα ή του Ξενοφώντα, έχω να πω ότι δεν θα μπορούσε να ήταν και διαφορετικά, μιας και η δημοκρατία αποτελείται πράγματι από ανθρώπινο υλικό που γνωρίζει το συναίσθημα ειδεμή θα ήταν ένα άκαμπτο σχήμα, σκληροπυρηνικό και «υπεράνθρωπο», υπό την έννοια ότι δεν θα υπηρετούσε τον άνθρωπο αλλά τον πολίτη, εν άλλοις όχι τις αξίες διανθισμένες από συναισθήματα αλλά σκέτες αξίες, τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο φασισμός.

Πέμπτη, Μαρτίου 22, 2007

Το Φόρεμα.




Παλιό, μακρύ, άχρηστο περασμένης μόδας,
το ανέσυρα από το βάθος της ντουλάπας μου
σαν δεν είχα άλλο τίποτα, τίποτα να κάνω.

Επεσε λίγο άχαρα πάνω μου,
άχαρα χαμογέλασε και το είδωλο στον καθρέπτη.
Κοντοστάθηκα έκπληκτη πώς η παλιά του αίγλη
κατέληξε να με κοιτά ζητώντας μου συγγνώμη,
λίγο μπερδεμένη για το αν έφταιγε αυτή
ή το κορμί το είχε άραγε το φόρεμα προδώσει;

Βιαστικά το ψαλίδι πήρα και ψαλίδισα
ένα - δυο άκρες που κρέμονταν,
δυο - τρία λακάκια χαμόγελου
που έπαιζαν στην μέση.

Το ντεκολτέ το άφησα, μάρτυρας είναι σκέφτηκα
για όποια μικρά φιλιά ανηφόρισες από κει
και κύλησαν μόνα τους στην πλάτη.
Αρμονικά τα έραψα κι εγώ με αραιές μικρές θηλιές
στερεώνοντας τα λάθη.



Ιούλης, 2004.

Τρίτη, Μαρτίου 06, 2007

Ταξίδεμα.


Το αυτοκίνητο τρέχει στην Εθνική. Τα τζάμια είναι ανοιχτά και ο φθινοπωρινός αέρας ορμά μέσα ανακατεύοντας τα μαλλιά μου. Αν ήταν το 60 θα φορούσα ένα μαντήλι για να μη χαλάσει το χτένισμα. Θα φορούσα στενή φούστα σανέλ - ένα όμορφο ταξιδιωτικό ταγεράκι ίσως. Η πόρτα θα άνοιγε ανάποδα. Και το αμάξι θα ήταν ανοιχτό. Θα πήγαινα από το παλιό το δρόμο και περνώντας από τη Κακιά Σκάλα θα είχα την ευκαιρία να φέρω στο νου όλους τους άθλους του Θησέα. Στον Ισθμό θα έπινα σίγουρα ένα καφεδάκι - τούρκικο - και θα έβλεπα τα μεγάλα πλοία με προορισμό το Πρίντεζι ή την Αγκώνα. Η γέφυρα θα τανε στενή και οι άνθρωποι θα έβγαζαν επάνω της μια αναμνηστική φωτογραφία. Ένα παιδάκι θα σκυβε πολύ και η μαμά του έντρομη, θα το κρατούσε από τη φουφούλα. Οι διαφημίσεις δε θα τανε πανοραμικές και θα διαφήμιζαν το κατάμαυρο δέρμα που μπορείτε να αποκτήσετε με τη νέα κρέμα Νιβέα. Πιο έξω στα βουνά, ο στρατός θα είχε ζωγραφίσει σίγουρα το Στέμμα και στα Δερβενάκια ακριβώς δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό, κάποιος ντόπιος παραγωγός θα είχε ακουμπήσει στη σκιά, μερικά μπουκάλια κρασί Νεμέας. Περνώντας τα στενά θα χαιρετούσα νοερά το Γέρο του Μοριά και θα πιανα σύντομη συζήτηση για τη πανωλεθρία του Δράμαλη και τη στρατηγική των οπλαρχηγών του 21. Μετά το Αργος θα λεγα σίγουρα την ιστορία του Αχλαδόκαμπου, αν δηλαδή, το όνομά του προέρχεται από το επιφώνημα που έβγαλε κάποιος παλιννοστούν εξ Αμερικής: « αχ! Λαδόκαμπος!» ή αν απλά το πήρε από το «κάμπος με τ αχλάδια», πράγμα απίθανο βέβαια γιατί δεν υπάρχει ούτε ένα. Θα ανέβαινα το βουνό αυτό αργά αργά, γιατί ο δρόμος είναι τόσο στενός και τόσο κοντά στον γκρεμό που όταν τον περνάς, οδηγείς δεν οδηγείς, πατάς αυθόρμητα το πόδι σου πάνω σ ένα φανταστικό φρένο δείχνοντας έτσι προς τον οδηγό μια εμφανή αγένεια. Ο δρόμος θα τανε πάλι κλειστός από το λεωφορείο της γραμμής που δε μπορεί να στρίψει. Τα αυτοκίνητα θα έκαναν μια μακριά ουρά και οι οδηγοί των Ι.Χ θα είχαν κατεβεί να δουν πώς πάει το πράγμα. Κάποιος πιο έμπειρος, φορτηγατζής στο επάγγελμα, θα είχε πάρει το ζήτημα προσωπικά και έχοντας τη φήμη του ειδικού, ένεκα παλιοσοφεράντζα, θα φώναζε για ν ακουστεί καλά από τον οδηγό «έλα, έλα πίσω, κόφτο όλα δεξιά, πίσω, πίσω με το κώλο, πάρτο τώρα αριστερά , σταμάτα, καλά είσαι , έλα τώρα μπρος , ανάποδα το τιμόνι, έεεεεεεεεελααα, δως του ακόμα, φεύγαααααααα, πάμεεεε.... φύγαμε. Μετά θα έκανε απότομα μεταβολή και πριν πηδήξει σβέλτα πάνω στο ψηλό κάθισμα του φορτηγού, θα κανε σίγουρα εκείνη τη μεγαλοπρεπή χειρονομία αντάξια ενός λοχία: «άντε καθάρισα για σας, μπείτε στα αμαξάκια σας τώρα τζιτζιφιόγκοι και βουρ...». Ο λεωφοραντζής θα πάταγε τότε το κλάξον τέρμα για να πει ευχαριστώ, απλώνοντας ως πέρα τον σκοτεινό γκρεμό, μια μακρόσυρτη ομοβροντία. Οι επιβάτες θα ξανανέβαιναν, οι γριούλες θα σταυροκοπιόντουσαν αφού διόρθωναν πρόχειρα το τσεμπέρι τους και ο μπάρμπας θα βολευόταν πάλι πίσω από το καλάθι του για έναν ήσυχο υπνάκο μέχρι το χωριό.
Το αυτοκίνητο τρέχει στην Εθνική. Καθώς οδηγώ καμιά εικόνα δε συγκρατείται από το μυαλό. Αδιάφορα πάρκινγκ. Περιπολικά που γράφουν κάποιους ασυνείδητους οδηγούς. Σκούρα τζάμια μέσα από τα οποία δε μπορείς να διακρίνεις τίποτα. Ούτε καν ένα παιδάκι να έχει καθίσει ανάποδα στο πίσω κάθισμα και να σε χαιρετά ή να σου βγάζει τη γλώσσα. Πρέπει να προσέχω για να μη περάσω τον Ισθμό και δυσκολεύομαι αφάνταστα να ξεφορτωθώ την Αθήνα. Πατώ το γκάζι πιο δυνατά και καθώς χύνομαι προς την επαρχία, νιώθω σα να πετώ από τ ανοιχτά παράθυρα τη «σαβούρα».

***
Ταξίδι λίγων ημερών αύριο. Αυτή τη φορά προς την Μακεδονία. Τελικός προορισμός η Φλώρινα. Ενδιάμεσα όμως θα δω την Λεπτοκαριά, αυτή την απέραντη άσπρη παραλία των παιδικών χρόνων, θα περάσω ξυστά έξω από την Βέροια με τα τούρκικα μπαλκόνια όπου γράφτηκα στην ΣΤ δημοτικού, την τελείωσα όμως στον Βόλο. Κι άλλα ονόματα, Πολύκαστρο, Κιλκίς, Εύζωνοι, Σκρά έρχονται κατά πάνω μου από το επάγγελμα του πατέρα. Είναι η Μακεδονία. Θεσσαλονίκη, όπου αγόραζα στην αρχή τα παιγνίδια. Εκεί μου πήραν μέτρα για τον πρώτο στηθόδεσμο όταν παράτησα τις κούκλες. Το παλιό καστράκι του ΝΑΤΟ. Η Αλάνα όπου στήνανε τα αντίσκηνα οι γύφτοι. Μια φορά ξέφυγα από την «υπηρεσία» και παρά λίγο να πέσω στην θάλασσα. Εκεί είπα και το περίφημο «παλιότουρκοι μας πήρατε την γ-ελλάδα μας», όπου ο τούρκος πρόξενος κοκκίνισε κι εγώ εισέπραξα μια τσιμπιά. Παλιά την γύριζα την Ελλάδα, τώρα με γυρίζει αυτή από εδώ και από κει μέσα στους στριφογυριστούς λαβυρίνθους του νου απ όπου ξετρυπώνουν χίλια δυο πράγματα ασήμαντα για τους άλλους πολύ σημαντικά για μένα. Πώς γίνεται και τελικά μεγαλώνοντας γίνεσαι το χώμα που πατάς; Αύριο λοιπόν, ταξίδι.

Κυριακή, Μαρτίου 04, 2007

Τα χαρτιά.




Κατέφθαναν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, με κομψά, μαύρα φορέματα - εξώπλατα παρά το τσουχτερό κρύο και στους ώμους τους είχαν ρίξει γούνες γκρίζες άλλοτε σκούρο καφέ, με στητό τρίχωμα, πολύ απαλό, συνήθως ρενάρ που τις αποκαλούσαν με φυσικότητα «η ετόλ μου». Δηλαδή ένα είδος κοντής γούνας σαν εσάρπα που κάλυπτε μόνο τους ώμους. Τα μπράτσα τους πρόβαλαν κατάλευκα καταλήγοντας σε περιποιημένα άκρα στολισμένα με δακτυλίδια και βραχιόλια που έλαμπαν στον καρπό απελευθερώνοντας σε κάθε τους κίνηση ένα ελαφρύ κουδούνισμα. Μου θύμιζαν, έτσι όπως αποτελούσαν ζωηρή αντίθεση μαύρου και λευκού, μαρτιάτικα χελιδόνια που είχαν έλθει πολύ νωρίς. Φορούσαν όλες τους ψηλά τακούνια, μερικές πολύ λεπτά και μυτερά σαν βελόνες. Απορούσα πώς δεν γλιστρούσαν πάνω στο χιόνι, μάλλον επειδή όσο βάδιζαν, οι συνοδοί τους τις κρατούσαν από τον αγκώνα.

Έπαιρνα τις γούνες και τις ακουμπούσα προσεχτικά στο κρεβάτι των γονιών μου αλλά μετά από μερικά κουδουνίσματα και χαρμόσυνα ξεφωνητά στη πόρτα, η επιφάνεια του κρεβατιού γέμιζε από τον σκούρο όγκο τους σκορπίζοντας στη κάμαρη των γονιών μια ελαφρά ζάλη από μπερδεμένα αρώματα. Παρατηρώντας τις να διπλασιάζονται μέσα από τον καθρέπτη της «τουαλέτας» με φόντο τα μπουκαλάκια των καλλυντικών, τ αρώματα και κανένα δυο ζεύγη νάιλον κάλτσες, πρόχειρα πεταμένα επειδή είχαν συλληφθεί να έχουν πόντους στη φτέρνα, φανταζόμουν ότι βρισκόμουν σε πολυτελές καμαρίνι διάσημης ηθοποιού και διαλέγοντας μια στην τύχη την φορούσα παίρνοντας πόζες χωρίς κανείς να παρατηρεί ότι έλειπα πολλή ώρα, γιατί εκεί μέσα στο μεγάλο τραπέζι με τα σκαλιστά πόδια, τα σερβίτσια είχαν σηκωθεί μόλις άλλαξε ο χρόνος και είχανε στήσει στα γρήγορα την τσόχα.

Οι άνδρες κάπνιζαν τσιγάρα ρίχνοντας τη στάχτη τους σε κρυστάλλινα, στρογγυλά τασάκια και πολλές φορές άναβαν πούρο. Έπαιζαν πάντοτε πόκα. Κρατούσαν τα χαρτιά στο ένα χέρι και με το άλλο τα τακτοποιούσαν, αφήνοντας ένα χαρούμενο συννεφάκι καπνού ανάμεσα από τον δείκτη και τον παράμεσο. Τα φρύδια τους τα χώριζε μια ρυτίδα πολύ λεπτή, όλο σκέψη, συχνά σφύριζαν κάτι σιγανά, λίγο αφηρημένα, ιδίως σαν τραβούσαν «μάρκες» από ένα χαμηλό τραπεζάκι με λεπτεπίλεπτα πόδια από κόκκινο ξύλο γυαλιστερό, ζωγραφιστό στο χέρι που το αποκαλούσαν «μπάνκα». Άνοιγε προς τα πάνω, παίζοντας μια μελωδία ιταλική που ταύτισα αργότερα με τις φτωχογειτονιές της Νάπολης και τις γόνδολες στη Βενετία.

Οι κυρίες έπαιζαν Κουν-καν στο «καθιστικό» που επικοινωνούσε με την σάλα από δυο μεγάλα ανοίγματα με συρτές πόρτες και ήταν μάλλον πιο τυχερές γιατί κάθονταν κοντά στη πετρελαιόσομπα. Τότε κεντρική θέρμανση δεν υπήρχε. Όλο το σπίτι ήταν κλειστό και στις κρεβατοκάμαρες έκανε πάρα πολύ κρύο. Αν έβγαζες τα χέρια σου από τα σκεπάσματα, ξύλιαζες. Οι κυρίες έπαιζαν λοιπόν, γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι ντυμένο με τσόχα, έπιναν τσάι κρατώντας υψωμένο το μικρό τους δαχτυλάκι με σκέρτσο χωρίς να παραλείπουν όμως να σχολιάζουν κάπως ειρωνικά όποια αργούσε να κατεβάσει φύλλο, εξ ου και η επονομασία τους, « τσούχτρες». Στους άνδρες στο μέσα τραπέζι, επιτρεπόταν η σκέψη ακριβώς όπως και στους σκακιστές απλώνοντας σε μας που παρακολουθούσαμε λάθρα ένα αδιόρατο ρίγος. Σπάνια μόνο, κάποιες από κείνες τις γυναίκες με τα ψηλά τακούνια και τις μακριές γάμπες, κάθονταν μαζί τους και αυτό ήταν δείγμα μάλλον μεγάλης εξυπνάδας. Το να γίνεις δηλαδή αποδεκτή στην πόκα. Γι αυτό κι εκείνες έπιαναν πουλιά στον αέρα. Ανυπομονούσαν μάλιστα να παίξει ο επόμενος κτυπώντας νευρικά το τακουνάκι τους στο ξύλινο πάτωμα. Η μαμά που συχνά άφηνε κάτω τα χαρτιά ανάποδα σαν ανοιχτή βεντάλια για να περιποιηθεί τους καλεσμένους της, πάντα άσπριζε σε αυτόν τον ήχο αλλά από ευγένεια δεν έλεγε τίποτα , την επομένη όμως τις στόλιζε κανονικά: «την σιχαμένη, μου σακάτεψε το πάτωμα»!

Εμείς, τα παιδία παίζαμε νομίμως 31 σε κάποιο άλλο δωμάτιο όπου μας είχαν βάλει από νωρίς μια ηλεκτρική σόμπα. Αντί για «μάρκες» είχαμε φασόλια. Οι καταφερτζήδες όμως, συνήθως οι κόρες αυτών των διαβολεμένων γυναικών με τα μυτερά τακούνια, πολλές φορές μας πείθανε και τότε χάναμε το μποναμά που μας είχε δώσει ο νονός ή στείλει κάποιος μπρούκλης θείος από το «Αμέρικα»!

 
...ευχαριστώ για τον χρόνο σου.