Πέμπτη, Δεκεμβρίου 20, 2007

Η μάντρα.




Από βραδύς έβαλε τα ρούχα της στο έβγα της κάμαρης να μην ξυπνήσει τους άλλους. Δεν είχε να πάει για δική της έγνοια -και είχε μπόλικες αλλά για του Γιαννιού της. Κάτι τελευταία μαζέματα τα έκαμε όλο κι αυτά και απόκαμε από νωρίς στο παραγώνι να τρίβει τα χέρια της στους κόμπους, την σούβλιζαν κι αυτά και όλα τα κόκαλά της, έτριζε πολλές φορές σαν σαπιοκάραβο αλλά σημασία δεν έδινε, απεναντίας όσο βογκούσε ο σκελετός τόσο ξαμολιόταν στις ρούγες ροβολώντας σαν την πέρδικα ξεχνώντας τα δικά της -να την έβλεπες ένα περίεργο πράγμα έλεγες κι εκείνη την ήξερε την κακεντρεχειά τους και φορούσε κατάσαρκα το σκόρδο, μια σκελίδα δαγκωμένη βαθιά.

Ο Γιαννιός της ήταν γέρος απόγερος, ήγουν είχε περάσει τα χρόνια εκείνα που το γήρας είναι υποφερτό. Τα στερνά τα –ήντα πρόβαλλαν δυσοίωνα και πήγαινε για τα εκατό προ πολλού, μπορεί και να τα είχε ξεπεράσει καθότι εκείνες τις χρονιές που ήντουσαν όλοι τους νιοί, ληξίαρχοι δεν υπήρχαν και έγραφαν την γέννηση στο ξώφυλλο της Γραφής. Το δικό της ήταν τελευταίο μετά από δώδεκα παιδιά, δωδέκατη τρίτη από τα γεννημένα γιατί είχαν πεθάνει τρία πριν από κείνη άρα δωδέκατη από τα ζωντανά γι αυτό και καλότυχη. Και γάμο έκαμε και παιδιά ένα τσούρμο όλα εν ζωή. Τον Γιαννιό της τον ξέχασαν και δεν τον έγραψαν, θαρρείς ήταν γεννημένος λάθρα. Ζωή που την είχε καλύτερα να μην την γράψεις ούτε για παραμύθι να τρομάζεις τα νιάνιαρα να τρώνε το φαγί τους. Πρώτα δουλευτής στα χωράφια αλλά τραυλός, όσο να πει βράδιαζε για τούτο και αντίρρηση καμιά δεν έφερνε, όλα τα έκαμε κι έπαιρνε ό,τι του έδιναν, φαγητό, ρούχο και τα ρέστα ο κόπος του καθότι το τραύλισμα οι χωριανοί το λογαριάζανε για βλαμμένο μυαλό αλλά εκείνος δεν ήταν, όχι τα είχε τετρακόσια. Απόκαμε πήγε στην πόλη βοηθός χτίστη, έπιανε το ζύγι αλφάδιαζε, την λάσπη, την πέτρα κουβαλούσε έμαθε την τέχνη της έγινε τεχνίτης πρώτος, η τραύλα τραύλα. Δεν εμπόδιζε ωστόσο. Άμα έχεις τέχνη φαίνεται στο έργο. Ανάσανε. Τότε του ήλθε να κάμει γάμο. Δεν ήθελε την μοναξιά. Όλη μέρα μοναχός ήταν με το ξεροβόρι και με το λιοπύρι. Η λάσπη έπεφτε μαστόρικα από το μυστρί κι έκαμε θάματα. Θάμα είναι άμα μεταμορφώνεις το υλικό που σου δίνεται σε πλάσμα. Πλάσμα είναι άμα αυτό που φτιάχνεις έχει δική του ζωή και οι μάντρες του Γιαννιού είχαν. Περνούσαν ανθρώποι και πέθαιναν κι εκείνες έστεκαν ακόμα γεμάτες κουφάλες σκαμμένες από τα μερμήγκια.

Κι ο Γιαννιός της στέκει ακόμα. Η κοπέλα δεν τον θέλησε. Είπε είναι χτίστης και θα με κτίσει μέσα στην κάμαρη. Κείνος έκτισε την μοναξιά του αφού δεν τον θέλησε. Το σκέφτηκε και το βρήκε σωστό. Όλα τα σπίτια που τον φωνάζουν συλλογίστηκε, έχουν γύρω μια μάντρα. Το δικό του όχι, δεν θα είχε αλλά θα ήταν ανοιχτό σε όλους τους καιρούς. Κι απόμεινε να χτίζει τις μάντρες των άλλων.

Μετά γέρασε. Στην ραχούλα του φύτρωσε μια καμπουρίτσα. Τότε ήλθε πίσω με το σακούλι το πάνινο. Μέσα ήταν το μυστρί και το βαρίδι που αλφάδιαζε. Το κρέμασε στο καρφί στην αυλόπορτα και δεν μεταδούλεψε. Ήταν ακόμα τραυλός.

Τα απόδειπνα τα πέρναγε στον καφενέ. Καθόταν με τους άλλους γέρους που έπαιζαν την πρέφα. Δεν έπαιζε αλλά είχε το κομπολόγι. Σαν γυρνούσε κοντοστεκόταν να ζυγιάσει με το μάτι τις μάντρες του χωριού. Τώρα μαστόρους σαν του καιρού του δεν είχε. Είχε ξένους που μιλούσαν άλλη γλώσσα κι άλλη τέχνη είχαν. Εκείνοι έκτιζαν, οι γυναίκες τους είχαν άλλη δούλεψη σε γέρους σαν και του λόγου του. Άναβαν τις φωτιές. Οι γέροι τον χειμώνα κρυώνουν πολύ. Σαν έχει χιόνι έξω δεν ημπορούν να βγουν για ξύλα. Μερικοί κατάκοιτοι από την δουλειά από χρόνια. Τούτες οι γυναίκες παίρνουν τα σπίτια τους με την σειρά και ανάβουν τις σόμπες. Άλλη δουλειά δεν κάμουν νωρίς μόλις φέξει από τούτη. Γυρίζουν στα σπίτια των γέρων, ρίχνουν το δαδί και πετάνε το σπίρτο. Οι στόφες καίνε και οι γέροι ζεσταίνονται. Ο Γιαννιός της τής είπε ότι δεν τον πειράζει τώρα που η γυναίκα δεν τον θέλησε. Κι αυτοί χτίστες δεν ήταν, είπε, αλλά πάλι μοναχοί τους απέμειναν με μια ξένη γυναίκα που την πληρώνουν για να ζεσταθούν. Απ όσα παιδιά που έχουν και γυναίκες που πήραν και μάντρες που έκτισαν γύρω από το σπιτικό τους, πάλι όλοι τούς έφυγαν και χρειάζονται τώρα τούτες τις άλλες για να ζεσταθούν, τις ξένες.

Είναι κάμποσοι στο χωριό. Τους λογαριάζει έναν- έναν τους με τα ονόματά τους. Ο Γιαννιός της, ο Χριστάκος της, ο Μιχαλιός της..... ο Λιάς της...ναι και καμιά δεκαριά ακόμα και είναι όλοι τους που δεν θέλουν να ανάβει η φωτιά τους με πληρωμή και τρέχει να τους προλάβει σήμερα ξημερώνοντας Χριστούγεννα, μια φορά τον χρόνο να ανάψει η φωτιά τους με μια κουβέντα.....

7 σχόλια:

  1. Πολύ ωραίο!!!
    Καλό Ξημέρωμα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σ ευχαριστώ. Καλά Χριστούγεννα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Το ηλεκτρονικό μήνυμα το έλαβες;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ναι, το έλαβα και σου απάντησα 13.12. Δεν το έλαβες;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Τι υπέροχο κείμενο! Πες μου ότι είναι δικό σου...
    Χρόνια Πολλά και Καλή Χρονιά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Είναι από αυτά που λέω τα "καλά μου" που δεν ξέρω πώς έρχονται. Φιλιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

 
...ευχαριστώ για τον χρόνο σου.