Τετάρτη, Δεκεμβρίου 12, 2007

Του Αγίου Σπυρίδωνος.

Αύριο του Αγίου Σπυρίδωνος και γιόρταζε ο πατέρας. Αναμνήσεις από τις νεανικές του γιορτές δεν έχω, θυμάμαι όμως τις στερνές ονομαστικές του. Διοργάνωναν μικρές συνεστιάσεις με την μητέρα και από μέρες πριν επικρατούσε στο σπίτι μια αναμπουμπούλα από ψώνια που έσπαγε την καθημερινότητα. Καθόταν κάθε απόγευμα μπροστά στην τηλεόραση την ώρα των ειδήσεων και αν είχε καουμπόικο και μετά. Όταν πέθανε μου φάνηκε πολύ βαθιά η πολυθρόνα του – δεν ήθελα να το δεχτώ ότι το ονομά του ήταν φαρδιά πλατιά γραμμένο πάνω στην ταφόπλακα. Είχε αλλάξει θέση και ήταν απίστευτο πώς έσπασε η ρουτίνα με τον θάνατό του όχι από κάτι άλλο.

Είχε μεγάλο ενδιαφέρον ο τρόπος που γίνονταν οι προσκλήσεις. Τηλεφωνικώς και έρχονταν όλοι αφού πρώτα έπρεπε να απαντήσουν μέχρι την Τρίτη ή την Τετάρτη κι ύστερα πάλι τηλεφωνικώς μαθαίναμε ότι έφυγαν.

Σ αυτές τις συγκεντρώσεις οι κυρίες κάθονταν στο σαλόνι γιατί ήταν απλώς κυρίες και τους προορίζονταν αυτοί οι χώροι με το πιάνο και τα καλά σερβίτσια ενώ οι άνδρες κάθονταν πιο δω στο καθιστικό όπου μπορούσαν να μιλούν πολιτικά με ζωηρή φωνή τόσο που να νομίζεις ότι διαφωνούν και πράγματι συνέβαινε αυτό αν τυχόν είχε προσκληθεί κάποιος λίγο παράταιρος στις πολιτικές πεποιθήσεις αλλά ο καυγάς πάντα αναχαιτιζόταν από κάποιο τηλεφώνημα ευχετήριο ή την παρέμβαση της μητέρας που καλούσε να περάσουν να σερβιριστούν στο διπλανό δωμάτιο. Υπήρχε αυτή η ετικέτα. Πρώτα οι κυρίες, το χειροφίλημα, το παλτό που έπρεπε να κρατήσει ο σύζυγος για να το φορέσει η κυρία του, το ποτό αν εόρταζε άνδρας, ανθοδέσμη αν ήταν κυρία ή γλύκισμα χειροποίητο σε καλή πιατέλα -καμιά φορά δεν έφταναν τα βάζα δημιουργείτο το αδιαχώρητο στο ψυγείο...

Ετικέτα είναι τώρα, τότε ήταν τρόπος να ζεις. Ενα ερώτημα στριφογύριζε στο νου μου: αν ήταν όλοι εκείνοι οι γιορτινοί άνθρωποι έτσι και στην καθημερινή τους ζωή, μεταξύ τους τα ζευγάρια πώς φέρονταν όταν ήταν με τις πιζάμες τους, όταν δεν ήταν οι άλλοι μπροστά πώς μιλούσαν και πώς τα κανόνιζαν στις διαφορές τους. Γιατί πρέπει να υπήρχαν. Πρέπει να είχαν νεύρα. Αντιρρήσεις. Διαφορές. Ηξερα από το δικό μου σπίτι ότι υπήρχαν πράγματα που κρύβονταν από τον κόσμο γιατί έπρεπε να κρυφτούν. Ηταν μια διαφορετική θεώρηση ζωής όπου μοιράζονταν μόνο τα ανώδυνα. Ιδιαίτερα ο πόνος έπρεπε να κρατηθεί κρυφός. Αργότερα έμαθα ότι αυτό το είπαν μικροαστισμό. Μπορεί. Ο πόνος, η εκδήλωσή του ήταν επιτρεπτός μόνο στην ύπαιθρο. Η έννοια της φιλίας που θα επέτρεπε το μοίρασμα δεν υφίστατο. Υπήρχε η φιλία αλλά εκδηλωνόταν περισσότερο με χειρονομίες που την υποδήλωναν παρά με εκμυστηρεύσεις. Ανθρωποι σκληροτράχηλοι που άντεξαν σε λογής-λογής σκαμπανεβάσματα της ιστορίας, τα καταχώνιασαν μέσα τους, απ όπου αντλούσαν μια βεβαιότητα για το τι θα ψηφίσουν, πώς θα αναθρέψουν τα παιδιά τους, ποιον θα θεωρούν φίλο και ποιον εχθρό.

Ηταν η Ελλάδα τότε ένα απέραντο στρατόπεδο αιχμαλώτων ο καθένας από διαφορετική πατρίδα. Κράτησε ο εμφύλιος χρόνια ατελείωτα. Τον πρόλαβα κι εγώ. Ο πατέρας πέθανε ένα καλοκαιρινό ξημέρωμα στο Λαύριο. Κοντά στην θάλασσα. Λες και ήταν συμβολικό. Μαζί του είχε πάρει μια τσάντα γεμάτη από έγγραφα, σημειώσεις από την Πολιτεία του Πλάτωνα. Αλαφραίνει η ψυχή μου όταν το σκέφτομαι αυτό. Εκανε τόσα πράγματα για μένα που φοβόμουνα μην δεν πρόφτασε να κάμει κάτι και γι αυτόν. Ηταν μια καφέ τσάντα φουσκωτή με ασημί κούμπωμα και μέσα ήταν ο Πλάτωνας. Την άνοιξα και το είδα και σεβαστικά την ξανάκλεισα ήσυχη πια.

 
...ευχαριστώ για τον χρόνο σου.