Τρίτη, Μαρτίου 27, 2007

Πλάνες.



«Λέγεται μάλιστα πως ήταν αυτός ( ο Θηραμένης) που σκηνοθέτησε την παρέμβαση των συγγενών των ναυαγών οι οποίοι εμφανίστηκαν με τα πρόσωπα πασαλειμμένα με στάχτη εις ένδειξη πένθους, κατά την διάρκεια της δίκης και με τους θρήνους και τους ολολυγμούς τους επηρέασαν την καταδικαστική απόφαση- οι αναγνώστες της αρχαίας τραγωδίας γνωρίζουν καλά την πολιτική δύναμη του πένθους.


Σημ.7. Μετά τη ναυμαχία στις Αργινούσες, το 406 πχ, την τελευταία νικηφόρα εμφάνιση του αθηναϊκού στόλου στο θέατρο του πολέμου, ορισμένοι κατηγόρησαν τους στρατηγούς ναυάρχους ότι δεν περισυνέλεξαν τους ναυαγούς και τους τραυματίες. Αυτοί παρότι είχαν δώσει εντολή σε δυο πλοιάρχους να επιστρέψουν στο σημείο της ναυμαχίας ώστε να φροντίσουν για τα δέοντα, απέδωσαν την ατυχή έκβαση της επιχείρησης στις αντίξοες καιρικές συνθήκες. Οι στρατηγοί κάλυψαν έτσι τους πλοιάρχους όμως εκείνοι επειδή φοβήθηκαν τις ευθύνες τους, τους κατηγόρησαν ότι ευθύνονται προσωπικά για την εγκατάλειψη των ναυαγών. Καταδικάστηκαν σε θάνατο ομαδικώς και όταν δυο μέρες μετά η συνέλευση άλλαξε γνώμη, είχαν ήδη εκτελεσθεί. Ο Θηραμένης ήταν ένας από τους δυο πλοιάρχους και αφανής πρωτεργάτης της δικαστικής απόφασης η οποία εννοείται, απάλλασσε τον ίδιο από οποιαδήποτε ευθύνη. Ο δεύτερος κατήγορος, κάποιος ονόματι Καλλίξεινος, ο οποίος εκτέθηκε στην συνέλευση υπέρ της καταδίκης των στρατηγών, λέγεται ότι όταν μερικά χρόνια αργότερα επέστρεψε στην Αθήνα από τον Πειραιά, πέθανε μισότρελος από την πείνα, γιατί κανείς δεν του απηύθυνε τον λόγο και κανείς δεν ήθελε να του δώσει ούτε ένα κομμάτι ψωμί. Στην υπόθεση αυτή αναφέρεται λεπτομερώς ο Ξενοφών στα Ελληνικά του, ο οποίος δεν χάνει ευκαιρία να περιγράψει τη δημοκρατία σαν μια κινούμενη άμμο αποτελούμενη από ανεξέλεγκτα και ευμετάβλητα συναισθήματα και λοιπά δυσοίωνα ανθρώπινα υλικά. Ας σημειωθεί ότι ο μόνος Αθηναίος που αντέδρασε στην εκδίκαση της υπόθεσης ήταν ο Σωκράτης ο οποίος την ημέρα εκείνη ως πρόεδρος των πρυτάνεων επικαλέσθηκε έναν νόμο που απαγόρευε τις ομαδικές δίκες».



Τάκης Θεοδωρόπουλος, Το Μυθιστόρημα του Ξενοφώντα, εκδ. Ωκεανίδα, σελ.18-19.



Από το παραπάνω κείμενο, το οποίο πιστεύω είναι διαχρονικής σημασίας, μου έκαναν εντύπωση τα εξής σημεία, χαρακτηριστικά μιας τραγικής δικαστικής πλάνης που αφορά όμως την δημοκρατία.

1. η συγκάλυψη των υπευθύνων από τους ανωτέρους τους. Πόσες φορές δεν το συναντούμε και σήμερα στην πολιτική σκηνή. Τελικώς οι στρατηγοί καταδικάστηκαν για αυτή την « ευεργεσία» τους προς τους πραγματικά υπεύθυνους επειδή προφανώς δεν θα μπορούσαν ποτέ να επικαλεστούν το σφάλμα τους ως αθωωτικό επιχείρημα. Και στις δυο περιπτώσεις δηλαδή, είτε έλεγαν ότι «κάλυψαν» τους πλοιάρχους είτε ότι δεν τους διέταξαν να επιστρέψουν στον τόπο της ναυμαχίας, η απόφαση θα ήταν καταδικαστική επειδή και στις δυο περιπτώσεις θα είχαν διαπράξει έγκλημα κατά της Πολιτείας. Η προδοσία των πλοιάρχων δεν μου προξενεί και τόσο εντύπωση, μιας και ο «ευεργετηθείς» σχεδόν πάντα καταφέρεται εναντίον του ευεργέτη του μόνο και μόνο επειδή δεν θέλει να χρωστά.


2. η στάση των συγγενών των θυμάτων των οποίων ο ανθρώπινος πόνος συνετέλεσε στο να τυφλωθούν και να ταχθούν τελικώς με την μεριά των ενόχων. Παρόλο που με εντυπωσίασε πολύ η στάχτη σαν συμβολισμός πένθους- πραγματικά πολύ δυνατό σαν έκφραση, σχεδόν πρωτόγονο που κάμπτει και την πιο σκληρόκαρδη καρδιά- σε μια δίκη και μάλιστα εθνικού όπως θα λέγαμε σήμερα περιεχομένου, ο συμβολισμός αυτός υποβιβάζεται σε μεταμφίεση που προσομοιάζει το θέατρο και κατά την γνώμη μου θα έπρεπε να έχει αντίθετο αποτέλεσμα στην Συνέλευση. Διότι εκείνο που εκδικαζόταν στην δεδομένη δίκη δεν ήταν η ευθύνη για την μη περισυλλογή συγκεκριμένων νεκρών αλλά μια αξία της Πολιτείας και γενικά του πολεμικού Δίκαιου, η περισυλλογή των θυμάτων του πολέμου ως απόδοση αναγνώρισης και τιμής. Κάτι ανάλογο δηλαδή με την ταφή των νεκρών στην «Αντιγόνη». Η στάση όμως το συγγενών μετατόπισε το βάρος και δυστυχώς όπως αναφέρεται, επηρέασε την κρίση των δικαστών-διότι άλλο το πένθος και άλλο η εκμετάλλευσή του. Το ερώτημα είναι τι δικαστές είναι τούτοι που πέφτουν σε τέτοιες παγίδες. Γιατί σήμερα δεν πέφτουν;


3. η στάση της κοινής γνώμης απέναντι στον Καλλίξεινο πολλά χρόνια αργότερα, η δικαιοσύνη που αποδίδεται δηλαδή από το κοινό αίσθημα που σε αυτή την περίπτωση επιβεβαιώνει αυτό που είπα και παραπάνω, ότι τελικά σε τέτοιες δίκες δεν εκδικάζεται το αδίκημα προς τους συγκεκριμένος νεκρούς αλλά το αδίκημα προς την αξία που αντιπροσωπεύουν. Διότι αν πράγματι όλοι αυτοί που αρνήθηκαν να δώσουν και ένα ξεροκόμματο στον φταίχτη ένιωθαν εξαπατημένοι για τους νεκρούς και τους στρατηγούς, θα μπορούσαν πιθανώς να παραπέμψουν τους πραγματικά ενόχους σε νέα δίκη, πράγμα που δεν έκαμαν. Εκείνο για το οποίο ένιωθαν εξαπατημένοι επομένως και για το οποίο τους είχαν καταχωρήσει στην συνείδησή τους ως ενόχους, ήταν η εξ αιτίας τους εξαπατημένη Δικαιοσύνη, προφανώς ένιωθαν ότι δεν υπάρχει Δικαιοσύνη ως αξία, επομένως πώς να τους παρέπεμπαν πάλι σε μια Αρχή που είχε πέσει στα μάτια τους; Ο θεσμός είχε εκπέσει και η πίστη τους σε αυτόν. Αν επί προσθέτως δεχτούμε ότι πίσω από το πρόσωπο της Δικαιοσύνης κρύβεται ο κάθε ένας από τους πολίτες που την έχει εξουσιοδοτήσει να μιλά για λογαριασμό του, τότε ο κάθε ένας από τους πολίτες που αρνήθηκε να απευθύνει το λόγο στους ενόχους το έκανε διότι ένιωσε ο ίδιος ακυρωμένος- ως εντολοδότης. Μήπως και η ακύρωση της Δικαιοσύνης στις συνειδήσεις δεν είναι και η απαρχή στις μέρες μας της Αναρχίας;


4. τέλος, για την εκτίμηση του κ. Θεοδωρόπουλου όσον αφορά τα «Ελληνικά» του Ξενοφώντα δεν έχω γνώμη, μιας και δεν τα έχω διαβάσει, πιθανώς να είναι έτσι αφού ο Ξενοφών καταγόταν από ολιγαρχική οικογένεια. Αλλά για το ότι «η δημοκρατία (ως πολίτευμα) είναι κινούμενη άμμος αποτελούμενη από ανεξέλεγκτα και ευμετάβλητα συναισθήματα και λοιπά δυσοίωνα ανθρώπινα υλικά» αν το εξετάσω ως γενική θέση δηλαδή, ανεξάρτητα από κάθε θέση του συγγραφέα ή του Ξενοφώντα, έχω να πω ότι δεν θα μπορούσε να ήταν και διαφορετικά, μιας και η δημοκρατία αποτελείται πράγματι από ανθρώπινο υλικό που γνωρίζει το συναίσθημα ειδεμή θα ήταν ένα άκαμπτο σχήμα, σκληροπυρηνικό και «υπεράνθρωπο», υπό την έννοια ότι δεν θα υπηρετούσε τον άνθρωπο αλλά τον πολίτη, εν άλλοις όχι τις αξίες διανθισμένες από συναισθήματα αλλά σκέτες αξίες, τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο φασισμός.

4 σχόλια:

  1. Ντιάνα, μάλλον θα διαφωνήσω στο (4). Δεν είμαι πολύ σίγουρος τι από όλα εννοείς με τη λέξη "φασισμός", αλλά αν εννοείς Χίτλερ κλπ, οι λόγοι που έβγαζε απευθύνονταν συχνά στο συναίσθημα. Αν τώρα πάρουμε τα αριστερά ολοκληρωτικά καθεστώτα, κι αυτά απευθύνονταν πολύ στο συναίσθημα και για αυτό η τέχνη σε τέτοιες χώρες ήταν πολύ "προστατευμένη" (για να προκαλεί τα "σωστά" συναισθήματα).
    Επομένως, διαφωνώ στο ότι ο φασισμός δε λειτουργεί με συναισθήματα, τα χρησιμοποιεί πάντα σε μεγάλο βαθμό, από ό,τι έχω δει.
    Δε βλέπω η διαφορά φασισμού και δημοκρατίας να είναι σημαντική στο συναισθηματικό τομέα. Μάλιστα θα έλεγα ότι ο χειρισμός τού "λαϊκού (συν)αισθήματος" στις δημοκρατίες γίνεται με τυπικούς τρόπους ολοκληρωτικών καθεστώτων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ναι Thrass, συμφωνώ ότι όσον αφορά τον "χειρισμό" του συναισθήματος και στα ολοκληρωτικά καθεστώτα και στην δημοκρατία ο τρόπος είναι συχνά κοινός ώστε να εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της Αρχής (δημαγωγία), όμως δεν μιλώ γι αυτό αλλά για την διάρθρωση του καθεστώτος, την σύλληψη του αν θέλεις και βρίσκω ότι η δημοκρατία ως Ιδέα διαθέτει πλαστικότητα αξιών, μιας και οι τελευταίες εκπηγάζουν από όλες τις πλευρές του ανθρώπινου δυναμικού της, θεωρεί τον πολίτη δηλαδή μονάδα με δικό της σκελετό ενώ στα ολοκληρωτικά αυτός θεωρείται γρανάζι ενός κοινού σκελετού, του κρατικού.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. ΠΕΝΤΈΜΙΣΥ χρόνια μετά ερχόμαστε απο τον Πύραυλο των Υπογείων να συμφωνήσουμε μαζί σου, Ντιάνα! Ο άνθρωπος είναι το μέτρο κάθε κοινωνίας. Όταν το ανθρώπινο μέγεθος ξεπερνιέται περνάμε στη σκληρότητα και την ακαμψία ...δηλαδή στον φασισμό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

 
...ευχαριστώ για τον χρόνο σου.