Τρίτη, Μαρτίου 06, 2007

Ταξίδεμα.


Το αυτοκίνητο τρέχει στην Εθνική. Τα τζάμια είναι ανοιχτά και ο φθινοπωρινός αέρας ορμά μέσα ανακατεύοντας τα μαλλιά μου. Αν ήταν το 60 θα φορούσα ένα μαντήλι για να μη χαλάσει το χτένισμα. Θα φορούσα στενή φούστα σανέλ - ένα όμορφο ταξιδιωτικό ταγεράκι ίσως. Η πόρτα θα άνοιγε ανάποδα. Και το αμάξι θα ήταν ανοιχτό. Θα πήγαινα από το παλιό το δρόμο και περνώντας από τη Κακιά Σκάλα θα είχα την ευκαιρία να φέρω στο νου όλους τους άθλους του Θησέα. Στον Ισθμό θα έπινα σίγουρα ένα καφεδάκι - τούρκικο - και θα έβλεπα τα μεγάλα πλοία με προορισμό το Πρίντεζι ή την Αγκώνα. Η γέφυρα θα τανε στενή και οι άνθρωποι θα έβγαζαν επάνω της μια αναμνηστική φωτογραφία. Ένα παιδάκι θα σκυβε πολύ και η μαμά του έντρομη, θα το κρατούσε από τη φουφούλα. Οι διαφημίσεις δε θα τανε πανοραμικές και θα διαφήμιζαν το κατάμαυρο δέρμα που μπορείτε να αποκτήσετε με τη νέα κρέμα Νιβέα. Πιο έξω στα βουνά, ο στρατός θα είχε ζωγραφίσει σίγουρα το Στέμμα και στα Δερβενάκια ακριβώς δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό, κάποιος ντόπιος παραγωγός θα είχε ακουμπήσει στη σκιά, μερικά μπουκάλια κρασί Νεμέας. Περνώντας τα στενά θα χαιρετούσα νοερά το Γέρο του Μοριά και θα πιανα σύντομη συζήτηση για τη πανωλεθρία του Δράμαλη και τη στρατηγική των οπλαρχηγών του 21. Μετά το Αργος θα λεγα σίγουρα την ιστορία του Αχλαδόκαμπου, αν δηλαδή, το όνομά του προέρχεται από το επιφώνημα που έβγαλε κάποιος παλιννοστούν εξ Αμερικής: « αχ! Λαδόκαμπος!» ή αν απλά το πήρε από το «κάμπος με τ αχλάδια», πράγμα απίθανο βέβαια γιατί δεν υπάρχει ούτε ένα. Θα ανέβαινα το βουνό αυτό αργά αργά, γιατί ο δρόμος είναι τόσο στενός και τόσο κοντά στον γκρεμό που όταν τον περνάς, οδηγείς δεν οδηγείς, πατάς αυθόρμητα το πόδι σου πάνω σ ένα φανταστικό φρένο δείχνοντας έτσι προς τον οδηγό μια εμφανή αγένεια. Ο δρόμος θα τανε πάλι κλειστός από το λεωφορείο της γραμμής που δε μπορεί να στρίψει. Τα αυτοκίνητα θα έκαναν μια μακριά ουρά και οι οδηγοί των Ι.Χ θα είχαν κατεβεί να δουν πώς πάει το πράγμα. Κάποιος πιο έμπειρος, φορτηγατζής στο επάγγελμα, θα είχε πάρει το ζήτημα προσωπικά και έχοντας τη φήμη του ειδικού, ένεκα παλιοσοφεράντζα, θα φώναζε για ν ακουστεί καλά από τον οδηγό «έλα, έλα πίσω, κόφτο όλα δεξιά, πίσω, πίσω με το κώλο, πάρτο τώρα αριστερά , σταμάτα, καλά είσαι , έλα τώρα μπρος , ανάποδα το τιμόνι, έεεεεεεεεελααα, δως του ακόμα, φεύγαααααααα, πάμεεεε.... φύγαμε. Μετά θα έκανε απότομα μεταβολή και πριν πηδήξει σβέλτα πάνω στο ψηλό κάθισμα του φορτηγού, θα κανε σίγουρα εκείνη τη μεγαλοπρεπή χειρονομία αντάξια ενός λοχία: «άντε καθάρισα για σας, μπείτε στα αμαξάκια σας τώρα τζιτζιφιόγκοι και βουρ...». Ο λεωφοραντζής θα πάταγε τότε το κλάξον τέρμα για να πει ευχαριστώ, απλώνοντας ως πέρα τον σκοτεινό γκρεμό, μια μακρόσυρτη ομοβροντία. Οι επιβάτες θα ξανανέβαιναν, οι γριούλες θα σταυροκοπιόντουσαν αφού διόρθωναν πρόχειρα το τσεμπέρι τους και ο μπάρμπας θα βολευόταν πάλι πίσω από το καλάθι του για έναν ήσυχο υπνάκο μέχρι το χωριό.
Το αυτοκίνητο τρέχει στην Εθνική. Καθώς οδηγώ καμιά εικόνα δε συγκρατείται από το μυαλό. Αδιάφορα πάρκινγκ. Περιπολικά που γράφουν κάποιους ασυνείδητους οδηγούς. Σκούρα τζάμια μέσα από τα οποία δε μπορείς να διακρίνεις τίποτα. Ούτε καν ένα παιδάκι να έχει καθίσει ανάποδα στο πίσω κάθισμα και να σε χαιρετά ή να σου βγάζει τη γλώσσα. Πρέπει να προσέχω για να μη περάσω τον Ισθμό και δυσκολεύομαι αφάνταστα να ξεφορτωθώ την Αθήνα. Πατώ το γκάζι πιο δυνατά και καθώς χύνομαι προς την επαρχία, νιώθω σα να πετώ από τ ανοιχτά παράθυρα τη «σαβούρα».

***
Ταξίδι λίγων ημερών αύριο. Αυτή τη φορά προς την Μακεδονία. Τελικός προορισμός η Φλώρινα. Ενδιάμεσα όμως θα δω την Λεπτοκαριά, αυτή την απέραντη άσπρη παραλία των παιδικών χρόνων, θα περάσω ξυστά έξω από την Βέροια με τα τούρκικα μπαλκόνια όπου γράφτηκα στην ΣΤ δημοτικού, την τελείωσα όμως στον Βόλο. Κι άλλα ονόματα, Πολύκαστρο, Κιλκίς, Εύζωνοι, Σκρά έρχονται κατά πάνω μου από το επάγγελμα του πατέρα. Είναι η Μακεδονία. Θεσσαλονίκη, όπου αγόραζα στην αρχή τα παιγνίδια. Εκεί μου πήραν μέτρα για τον πρώτο στηθόδεσμο όταν παράτησα τις κούκλες. Το παλιό καστράκι του ΝΑΤΟ. Η Αλάνα όπου στήνανε τα αντίσκηνα οι γύφτοι. Μια φορά ξέφυγα από την «υπηρεσία» και παρά λίγο να πέσω στην θάλασσα. Εκεί είπα και το περίφημο «παλιότουρκοι μας πήρατε την γ-ελλάδα μας», όπου ο τούρκος πρόξενος κοκκίνισε κι εγώ εισέπραξα μια τσιμπιά. Παλιά την γύριζα την Ελλάδα, τώρα με γυρίζει αυτή από εδώ και από κει μέσα στους στριφογυριστούς λαβυρίνθους του νου απ όπου ξετρυπώνουν χίλια δυο πράγματα ασήμαντα για τους άλλους πολύ σημαντικά για μένα. Πώς γίνεται και τελικά μεγαλώνοντας γίνεσαι το χώμα που πατάς; Αύριο λοιπόν, ταξίδι.

3 σχόλια:

  1. Καλό ταξίδι λοιπόν.
    Θα ξανάρθω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλο ταξιδι και οχι ταρζανιεs με το οδηγiμα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ευχαριστώ και από εδώ. :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

 
...ευχαριστώ για τον χρόνο σου.