Κυριακή, Μαρτίου 04, 2007

Τα χαρτιά.




Κατέφθαναν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, με κομψά, μαύρα φορέματα - εξώπλατα παρά το τσουχτερό κρύο και στους ώμους τους είχαν ρίξει γούνες γκρίζες άλλοτε σκούρο καφέ, με στητό τρίχωμα, πολύ απαλό, συνήθως ρενάρ που τις αποκαλούσαν με φυσικότητα «η ετόλ μου». Δηλαδή ένα είδος κοντής γούνας σαν εσάρπα που κάλυπτε μόνο τους ώμους. Τα μπράτσα τους πρόβαλαν κατάλευκα καταλήγοντας σε περιποιημένα άκρα στολισμένα με δακτυλίδια και βραχιόλια που έλαμπαν στον καρπό απελευθερώνοντας σε κάθε τους κίνηση ένα ελαφρύ κουδούνισμα. Μου θύμιζαν, έτσι όπως αποτελούσαν ζωηρή αντίθεση μαύρου και λευκού, μαρτιάτικα χελιδόνια που είχαν έλθει πολύ νωρίς. Φορούσαν όλες τους ψηλά τακούνια, μερικές πολύ λεπτά και μυτερά σαν βελόνες. Απορούσα πώς δεν γλιστρούσαν πάνω στο χιόνι, μάλλον επειδή όσο βάδιζαν, οι συνοδοί τους τις κρατούσαν από τον αγκώνα.

Έπαιρνα τις γούνες και τις ακουμπούσα προσεχτικά στο κρεβάτι των γονιών μου αλλά μετά από μερικά κουδουνίσματα και χαρμόσυνα ξεφωνητά στη πόρτα, η επιφάνεια του κρεβατιού γέμιζε από τον σκούρο όγκο τους σκορπίζοντας στη κάμαρη των γονιών μια ελαφρά ζάλη από μπερδεμένα αρώματα. Παρατηρώντας τις να διπλασιάζονται μέσα από τον καθρέπτη της «τουαλέτας» με φόντο τα μπουκαλάκια των καλλυντικών, τ αρώματα και κανένα δυο ζεύγη νάιλον κάλτσες, πρόχειρα πεταμένα επειδή είχαν συλληφθεί να έχουν πόντους στη φτέρνα, φανταζόμουν ότι βρισκόμουν σε πολυτελές καμαρίνι διάσημης ηθοποιού και διαλέγοντας μια στην τύχη την φορούσα παίρνοντας πόζες χωρίς κανείς να παρατηρεί ότι έλειπα πολλή ώρα, γιατί εκεί μέσα στο μεγάλο τραπέζι με τα σκαλιστά πόδια, τα σερβίτσια είχαν σηκωθεί μόλις άλλαξε ο χρόνος και είχανε στήσει στα γρήγορα την τσόχα.

Οι άνδρες κάπνιζαν τσιγάρα ρίχνοντας τη στάχτη τους σε κρυστάλλινα, στρογγυλά τασάκια και πολλές φορές άναβαν πούρο. Έπαιζαν πάντοτε πόκα. Κρατούσαν τα χαρτιά στο ένα χέρι και με το άλλο τα τακτοποιούσαν, αφήνοντας ένα χαρούμενο συννεφάκι καπνού ανάμεσα από τον δείκτη και τον παράμεσο. Τα φρύδια τους τα χώριζε μια ρυτίδα πολύ λεπτή, όλο σκέψη, συχνά σφύριζαν κάτι σιγανά, λίγο αφηρημένα, ιδίως σαν τραβούσαν «μάρκες» από ένα χαμηλό τραπεζάκι με λεπτεπίλεπτα πόδια από κόκκινο ξύλο γυαλιστερό, ζωγραφιστό στο χέρι που το αποκαλούσαν «μπάνκα». Άνοιγε προς τα πάνω, παίζοντας μια μελωδία ιταλική που ταύτισα αργότερα με τις φτωχογειτονιές της Νάπολης και τις γόνδολες στη Βενετία.

Οι κυρίες έπαιζαν Κουν-καν στο «καθιστικό» που επικοινωνούσε με την σάλα από δυο μεγάλα ανοίγματα με συρτές πόρτες και ήταν μάλλον πιο τυχερές γιατί κάθονταν κοντά στη πετρελαιόσομπα. Τότε κεντρική θέρμανση δεν υπήρχε. Όλο το σπίτι ήταν κλειστό και στις κρεβατοκάμαρες έκανε πάρα πολύ κρύο. Αν έβγαζες τα χέρια σου από τα σκεπάσματα, ξύλιαζες. Οι κυρίες έπαιζαν λοιπόν, γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι ντυμένο με τσόχα, έπιναν τσάι κρατώντας υψωμένο το μικρό τους δαχτυλάκι με σκέρτσο χωρίς να παραλείπουν όμως να σχολιάζουν κάπως ειρωνικά όποια αργούσε να κατεβάσει φύλλο, εξ ου και η επονομασία τους, « τσούχτρες». Στους άνδρες στο μέσα τραπέζι, επιτρεπόταν η σκέψη ακριβώς όπως και στους σκακιστές απλώνοντας σε μας που παρακολουθούσαμε λάθρα ένα αδιόρατο ρίγος. Σπάνια μόνο, κάποιες από κείνες τις γυναίκες με τα ψηλά τακούνια και τις μακριές γάμπες, κάθονταν μαζί τους και αυτό ήταν δείγμα μάλλον μεγάλης εξυπνάδας. Το να γίνεις δηλαδή αποδεκτή στην πόκα. Γι αυτό κι εκείνες έπιαναν πουλιά στον αέρα. Ανυπομονούσαν μάλιστα να παίξει ο επόμενος κτυπώντας νευρικά το τακουνάκι τους στο ξύλινο πάτωμα. Η μαμά που συχνά άφηνε κάτω τα χαρτιά ανάποδα σαν ανοιχτή βεντάλια για να περιποιηθεί τους καλεσμένους της, πάντα άσπριζε σε αυτόν τον ήχο αλλά από ευγένεια δεν έλεγε τίποτα , την επομένη όμως τις στόλιζε κανονικά: «την σιχαμένη, μου σακάτεψε το πάτωμα»!

Εμείς, τα παιδία παίζαμε νομίμως 31 σε κάποιο άλλο δωμάτιο όπου μας είχαν βάλει από νωρίς μια ηλεκτρική σόμπα. Αντί για «μάρκες» είχαμε φασόλια. Οι καταφερτζήδες όμως, συνήθως οι κόρες αυτών των διαβολεμένων γυναικών με τα μυτερά τακούνια, πολλές φορές μας πείθανε και τότε χάναμε το μποναμά που μας είχε δώσει ο νονός ή στείλει κάποιος μπρούκλης θείος από το «Αμέρικα»!

2 σχόλια:

  1. Πραγματικά αυτό είναι το περιβάλλον που ανατράφηκες; Εσσε μου θύμισε, νοσταλγία με μια μικρή δόση ειρωνείας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ...καλά μην μου λες ότι σου θύμισα και Εσσε ggl και πάρουν τα μυαλά μου αέρα...:)
    Ομως έτσι ήταν τότε. Μια γοητευτικη εποχή, λίγο μικροαστική που την γυρεύει από μόνη της την ειρωνία, δεν φταίω τίπτοτα εγώ....:)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

 
...ευχαριστώ για τον χρόνο σου.