Δευτέρα, Δεκεμβρίου 24, 2007

...


ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 20, 2007

Η μάντρα.




Από βραδύς έβαλε τα ρούχα της στο έβγα της κάμαρης να μην ξυπνήσει τους άλλους. Δεν είχε να πάει για δική της έγνοια -και είχε μπόλικες αλλά για του Γιαννιού της. Κάτι τελευταία μαζέματα τα έκαμε όλο κι αυτά και απόκαμε από νωρίς στο παραγώνι να τρίβει τα χέρια της στους κόμπους, την σούβλιζαν κι αυτά και όλα τα κόκαλά της, έτριζε πολλές φορές σαν σαπιοκάραβο αλλά σημασία δεν έδινε, απεναντίας όσο βογκούσε ο σκελετός τόσο ξαμολιόταν στις ρούγες ροβολώντας σαν την πέρδικα ξεχνώντας τα δικά της -να την έβλεπες ένα περίεργο πράγμα έλεγες κι εκείνη την ήξερε την κακεντρεχειά τους και φορούσε κατάσαρκα το σκόρδο, μια σκελίδα δαγκωμένη βαθιά.

Ο Γιαννιός της ήταν γέρος απόγερος, ήγουν είχε περάσει τα χρόνια εκείνα που το γήρας είναι υποφερτό. Τα στερνά τα –ήντα πρόβαλλαν δυσοίωνα και πήγαινε για τα εκατό προ πολλού, μπορεί και να τα είχε ξεπεράσει καθότι εκείνες τις χρονιές που ήντουσαν όλοι τους νιοί, ληξίαρχοι δεν υπήρχαν και έγραφαν την γέννηση στο ξώφυλλο της Γραφής. Το δικό της ήταν τελευταίο μετά από δώδεκα παιδιά, δωδέκατη τρίτη από τα γεννημένα γιατί είχαν πεθάνει τρία πριν από κείνη άρα δωδέκατη από τα ζωντανά γι αυτό και καλότυχη. Και γάμο έκαμε και παιδιά ένα τσούρμο όλα εν ζωή. Τον Γιαννιό της τον ξέχασαν και δεν τον έγραψαν, θαρρείς ήταν γεννημένος λάθρα. Ζωή που την είχε καλύτερα να μην την γράψεις ούτε για παραμύθι να τρομάζεις τα νιάνιαρα να τρώνε το φαγί τους. Πρώτα δουλευτής στα χωράφια αλλά τραυλός, όσο να πει βράδιαζε για τούτο και αντίρρηση καμιά δεν έφερνε, όλα τα έκαμε κι έπαιρνε ό,τι του έδιναν, φαγητό, ρούχο και τα ρέστα ο κόπος του καθότι το τραύλισμα οι χωριανοί το λογαριάζανε για βλαμμένο μυαλό αλλά εκείνος δεν ήταν, όχι τα είχε τετρακόσια. Απόκαμε πήγε στην πόλη βοηθός χτίστη, έπιανε το ζύγι αλφάδιαζε, την λάσπη, την πέτρα κουβαλούσε έμαθε την τέχνη της έγινε τεχνίτης πρώτος, η τραύλα τραύλα. Δεν εμπόδιζε ωστόσο. Άμα έχεις τέχνη φαίνεται στο έργο. Ανάσανε. Τότε του ήλθε να κάμει γάμο. Δεν ήθελε την μοναξιά. Όλη μέρα μοναχός ήταν με το ξεροβόρι και με το λιοπύρι. Η λάσπη έπεφτε μαστόρικα από το μυστρί κι έκαμε θάματα. Θάμα είναι άμα μεταμορφώνεις το υλικό που σου δίνεται σε πλάσμα. Πλάσμα είναι άμα αυτό που φτιάχνεις έχει δική του ζωή και οι μάντρες του Γιαννιού είχαν. Περνούσαν ανθρώποι και πέθαιναν κι εκείνες έστεκαν ακόμα γεμάτες κουφάλες σκαμμένες από τα μερμήγκια.

Κι ο Γιαννιός της στέκει ακόμα. Η κοπέλα δεν τον θέλησε. Είπε είναι χτίστης και θα με κτίσει μέσα στην κάμαρη. Κείνος έκτισε την μοναξιά του αφού δεν τον θέλησε. Το σκέφτηκε και το βρήκε σωστό. Όλα τα σπίτια που τον φωνάζουν συλλογίστηκε, έχουν γύρω μια μάντρα. Το δικό του όχι, δεν θα είχε αλλά θα ήταν ανοιχτό σε όλους τους καιρούς. Κι απόμεινε να χτίζει τις μάντρες των άλλων.

Μετά γέρασε. Στην ραχούλα του φύτρωσε μια καμπουρίτσα. Τότε ήλθε πίσω με το σακούλι το πάνινο. Μέσα ήταν το μυστρί και το βαρίδι που αλφάδιαζε. Το κρέμασε στο καρφί στην αυλόπορτα και δεν μεταδούλεψε. Ήταν ακόμα τραυλός.

Τα απόδειπνα τα πέρναγε στον καφενέ. Καθόταν με τους άλλους γέρους που έπαιζαν την πρέφα. Δεν έπαιζε αλλά είχε το κομπολόγι. Σαν γυρνούσε κοντοστεκόταν να ζυγιάσει με το μάτι τις μάντρες του χωριού. Τώρα μαστόρους σαν του καιρού του δεν είχε. Είχε ξένους που μιλούσαν άλλη γλώσσα κι άλλη τέχνη είχαν. Εκείνοι έκτιζαν, οι γυναίκες τους είχαν άλλη δούλεψη σε γέρους σαν και του λόγου του. Άναβαν τις φωτιές. Οι γέροι τον χειμώνα κρυώνουν πολύ. Σαν έχει χιόνι έξω δεν ημπορούν να βγουν για ξύλα. Μερικοί κατάκοιτοι από την δουλειά από χρόνια. Τούτες οι γυναίκες παίρνουν τα σπίτια τους με την σειρά και ανάβουν τις σόμπες. Άλλη δουλειά δεν κάμουν νωρίς μόλις φέξει από τούτη. Γυρίζουν στα σπίτια των γέρων, ρίχνουν το δαδί και πετάνε το σπίρτο. Οι στόφες καίνε και οι γέροι ζεσταίνονται. Ο Γιαννιός της τής είπε ότι δεν τον πειράζει τώρα που η γυναίκα δεν τον θέλησε. Κι αυτοί χτίστες δεν ήταν, είπε, αλλά πάλι μοναχοί τους απέμειναν με μια ξένη γυναίκα που την πληρώνουν για να ζεσταθούν. Απ όσα παιδιά που έχουν και γυναίκες που πήραν και μάντρες που έκτισαν γύρω από το σπιτικό τους, πάλι όλοι τούς έφυγαν και χρειάζονται τώρα τούτες τις άλλες για να ζεσταθούν, τις ξένες.

Είναι κάμποσοι στο χωριό. Τους λογαριάζει έναν- έναν τους με τα ονόματά τους. Ο Γιαννιός της, ο Χριστάκος της, ο Μιχαλιός της..... ο Λιάς της...ναι και καμιά δεκαριά ακόμα και είναι όλοι τους που δεν θέλουν να ανάβει η φωτιά τους με πληρωμή και τρέχει να τους προλάβει σήμερα ξημερώνοντας Χριστούγεννα, μια φορά τον χρόνο να ανάψει η φωτιά τους με μια κουβέντα.....

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 13, 2007

Το διήγημα.

Σε μια ξύλινη βιβλιοθηκούλα που έχω στην αποθήκη φυλάω τα παλιά βιβλία των παιδιών από τότε που πήγαιναν γυμνάσιο....απ όπου ανέσυρα αυτές τις 15 γραμμές αφήγησης..

Επίσκεψη.

Όλη μέρα πάστρευε το σπίτι σφουγγάριζε τα πατώματα γυάλιζε τα μπρούντζινα και ασβέστωνε τα πεζούλια. Προς το βράδυ απόκανε κι έκατσε στη γωνιά της να ξαποστάσει με μισό φλιτζάνι καφέ και μισό παξιμάδι. Τότε ήλθε ο Άγγελος του Κυρίου και της χαμογέλασε γλυκά κι εκείνη ντράπηκε κι έλυσε την ποδιά της και την έκρυψε βιαστικά κάτω από το πανέρι με τ΄ασπρόρουχα. Ύστερα τον κοίταξε στα μάτια ανήσυχα κι ο Άγγελος του Κυρίου κατάλαβε και πήρε ένα παλιό λαϊκό περιοδικό που βρισκόταν πάνω στο κομοδίνο και το ξεφύλλιζε κάνοντας πως διαβάζει. Πετάχτηκε τότε στην κουζίνα και ζέστανε το φαΐ κι ύστερα βγήκε στην αυλή και μάζεψε τα σεντόνια που είχε απλώσει από το πρωί για να στεγνώσουν δίπλωσε βιαστικά τις κάλτσες κι έστρωσε το τραπέζι. Σαν τελείωσε κι αυτό φόρεσε τη ζακέτα της και στάθηκε καρτερικά δίπλα στην πόρτα. Κι ο Άγγελος του Κυρίου παράτησε το περιοδικό πάνω στο κομοδίνο και βγήκανε μαζί στον δρόμο. Κι εκείνη κλείδωσε την πόρτα κι έβαλε όπως πάντα το κλειδί μέσα στην γλάστρα.

( από την Ποιητική Συλλογή «Ιστορίες για τον Σέργιο» - Σπύρος Τσακνιάς. 1976)

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 12, 2007

Του Αγίου Σπυρίδωνος.

Αύριο του Αγίου Σπυρίδωνος και γιόρταζε ο πατέρας. Αναμνήσεις από τις νεανικές του γιορτές δεν έχω, θυμάμαι όμως τις στερνές ονομαστικές του. Διοργάνωναν μικρές συνεστιάσεις με την μητέρα και από μέρες πριν επικρατούσε στο σπίτι μια αναμπουμπούλα από ψώνια που έσπαγε την καθημερινότητα. Καθόταν κάθε απόγευμα μπροστά στην τηλεόραση την ώρα των ειδήσεων και αν είχε καουμπόικο και μετά. Όταν πέθανε μου φάνηκε πολύ βαθιά η πολυθρόνα του – δεν ήθελα να το δεχτώ ότι το ονομά του ήταν φαρδιά πλατιά γραμμένο πάνω στην ταφόπλακα. Είχε αλλάξει θέση και ήταν απίστευτο πώς έσπασε η ρουτίνα με τον θάνατό του όχι από κάτι άλλο.

Είχε μεγάλο ενδιαφέρον ο τρόπος που γίνονταν οι προσκλήσεις. Τηλεφωνικώς και έρχονταν όλοι αφού πρώτα έπρεπε να απαντήσουν μέχρι την Τρίτη ή την Τετάρτη κι ύστερα πάλι τηλεφωνικώς μαθαίναμε ότι έφυγαν.

Σ αυτές τις συγκεντρώσεις οι κυρίες κάθονταν στο σαλόνι γιατί ήταν απλώς κυρίες και τους προορίζονταν αυτοί οι χώροι με το πιάνο και τα καλά σερβίτσια ενώ οι άνδρες κάθονταν πιο δω στο καθιστικό όπου μπορούσαν να μιλούν πολιτικά με ζωηρή φωνή τόσο που να νομίζεις ότι διαφωνούν και πράγματι συνέβαινε αυτό αν τυχόν είχε προσκληθεί κάποιος λίγο παράταιρος στις πολιτικές πεποιθήσεις αλλά ο καυγάς πάντα αναχαιτιζόταν από κάποιο τηλεφώνημα ευχετήριο ή την παρέμβαση της μητέρας που καλούσε να περάσουν να σερβιριστούν στο διπλανό δωμάτιο. Υπήρχε αυτή η ετικέτα. Πρώτα οι κυρίες, το χειροφίλημα, το παλτό που έπρεπε να κρατήσει ο σύζυγος για να το φορέσει η κυρία του, το ποτό αν εόρταζε άνδρας, ανθοδέσμη αν ήταν κυρία ή γλύκισμα χειροποίητο σε καλή πιατέλα -καμιά φορά δεν έφταναν τα βάζα δημιουργείτο το αδιαχώρητο στο ψυγείο...

Ετικέτα είναι τώρα, τότε ήταν τρόπος να ζεις. Ενα ερώτημα στριφογύριζε στο νου μου: αν ήταν όλοι εκείνοι οι γιορτινοί άνθρωποι έτσι και στην καθημερινή τους ζωή, μεταξύ τους τα ζευγάρια πώς φέρονταν όταν ήταν με τις πιζάμες τους, όταν δεν ήταν οι άλλοι μπροστά πώς μιλούσαν και πώς τα κανόνιζαν στις διαφορές τους. Γιατί πρέπει να υπήρχαν. Πρέπει να είχαν νεύρα. Αντιρρήσεις. Διαφορές. Ηξερα από το δικό μου σπίτι ότι υπήρχαν πράγματα που κρύβονταν από τον κόσμο γιατί έπρεπε να κρυφτούν. Ηταν μια διαφορετική θεώρηση ζωής όπου μοιράζονταν μόνο τα ανώδυνα. Ιδιαίτερα ο πόνος έπρεπε να κρατηθεί κρυφός. Αργότερα έμαθα ότι αυτό το είπαν μικροαστισμό. Μπορεί. Ο πόνος, η εκδήλωσή του ήταν επιτρεπτός μόνο στην ύπαιθρο. Η έννοια της φιλίας που θα επέτρεπε το μοίρασμα δεν υφίστατο. Υπήρχε η φιλία αλλά εκδηλωνόταν περισσότερο με χειρονομίες που την υποδήλωναν παρά με εκμυστηρεύσεις. Ανθρωποι σκληροτράχηλοι που άντεξαν σε λογής-λογής σκαμπανεβάσματα της ιστορίας, τα καταχώνιασαν μέσα τους, απ όπου αντλούσαν μια βεβαιότητα για το τι θα ψηφίσουν, πώς θα αναθρέψουν τα παιδιά τους, ποιον θα θεωρούν φίλο και ποιον εχθρό.

Ηταν η Ελλάδα τότε ένα απέραντο στρατόπεδο αιχμαλώτων ο καθένας από διαφορετική πατρίδα. Κράτησε ο εμφύλιος χρόνια ατελείωτα. Τον πρόλαβα κι εγώ. Ο πατέρας πέθανε ένα καλοκαιρινό ξημέρωμα στο Λαύριο. Κοντά στην θάλασσα. Λες και ήταν συμβολικό. Μαζί του είχε πάρει μια τσάντα γεμάτη από έγγραφα, σημειώσεις από την Πολιτεία του Πλάτωνα. Αλαφραίνει η ψυχή μου όταν το σκέφτομαι αυτό. Εκανε τόσα πράγματα για μένα που φοβόμουνα μην δεν πρόφτασε να κάμει κάτι και γι αυτόν. Ηταν μια καφέ τσάντα φουσκωτή με ασημί κούμπωμα και μέσα ήταν ο Πλάτωνας. Την άνοιξα και το είδα και σεβαστικά την ξανάκλεισα ήσυχη πια.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 26, 2007

Ζητείται φίλη.

Να είναι λεπτή.
Να μην έχει γνωρίσει πολλούς άνδρες στη ζωή της.
Να της αρέσει η λογοτεχνία.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 16, 2007

Για το Πολυτεχνείο δεν λέμε τίποτα.

Για το Πολυτεχνείο δεν λέμε τίποτα.
Είναι η μόνη επέτειος που έχω αναμνήσεις.
Οι νεότεροι ας κάνουν τις δικές τους.

Σάββατο, Νοεμβρίου 03, 2007

Τέρας.

Για να αντιμετωπίσεις ένα τέρας πρέπει να γίνεις κι εσύ τέρας.

Αξίζει τον κόπο; Και για ποιό αντίτιμο.

Υγ. Στο κουβάρι που μπλέκεσαι, υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που σε βοηθούν με μια φράση τους (τύπου sentence τις ονομάζω) να το ξεμπερδέψεις.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 01, 2007

Το τεφτέρι.

Φοβάμαι τον θάνατο γιατί δεν υπάρχει κανένας τρόπος πια να πεθάνω ηρωικά.
Για να μην φοβάσαι τον θάνατο πρέχει να έχεις να του αντιπαραθέσεις κάτι πιο μεγαλιώδες. Ομως τι είναι αυτό;

Παλαιότερα πέθαιναν για την πατρίδα, για τον θεό, την οικογένεια, την φιλία, τον έρωτα, την ελευθερία. Δεν ξέρω αν αυτά είναι πιο μεγαλιώδη από τον θάνατο αλλά όσοι πέθαναν γι αυτά έτσι ακριβώς τα θεωρούσαν.

Υπάρχει επομένως ανάγκη να καθορίσει κανείς το "ηρωικό" πεδίο μέσα στο οποίο ζει για να μην φοβάται να πεθάνει.

Η Σουρεκλεμέ είχε ένα τεφτέρι.Δεξιά έγραφε τους αποθαμένους ευχαριστημένους.Αριστερά όσους θα ήθελαν να επιστρέψουν. Πού το ξέρεις της έλεγα. Δεν ξέρω, μου απαντούσε. Δεξιά - ζερβά τους βάζω, προβάροντας τον δικό μου θάνατο.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 19, 2007

Φετίχ.




Πολύ πριν μάθω την έννοια του φετίχ, κάτι που σαν λέξη και μόνο μου δημιουργεί μια ανατριχίλα στην ραχοκοκαλιά, είχα συνειδητοποιήσει την αδυναμία μου στα παπούτσια. Στην αρχή νόμιζα ότι οφειλόταν στα λόγια της μητέρας που από μικρή μου επεσήμανε ότι η κομψότητα στην γυναίκα εξαρτάται από το παπούτσι της και το χτένισμά της. Το θεώρησα στην αρχή μικροαστικό κατάλοιπο και κάπως το περιφρονούσα σαν κριτήριο αλλά με τον καιρό διαπίστωσα ότι το υπόδημα μέσα στο οποίο κατέληγε το άκρο συνέβαλε αποφασιστικά ακόμα και αν το ένδυμα ήταν απλό, επί πλέον έδινε χάρη στο περπάτημα αν ήταν το σωστό. Το ίδιο ίσχυε και για τους άνδρες. Τριζάτο καλογυαλισμένο παπούτσι συχνά επιδιόρθωνε ένα κουστούμι ελαφρώς τριμμένο όπως και η τσάκιση του παντελονιού, εξ ου το πλήθος των λούστρων με τα κασελάκια τους την δεκαετία του 60, στην Ομόνοια, έξω από τα υπουργεία, μικροί αμούστακοι διάβολοι των δρόμων μαζί με τους κουλουρτζήδες, τους καστανάδες και τους τσατσαράδες που πουλούσαν εκείνο το χτενάκι με τα σφιχτά δόντια για την εσωτερική τσέπη του σακακιού. Ποιος άνδρας δεν είχε;

Έφηβη αλλά ακόμα και τώρα, δεν υπάρχει άλλο κριτήριο για τον χαρακτήρα του άνδρα που με σαγηνεύει -εκτός των δακτύλων- από τα παπούτσια του. Θα έλεγα ότι πριν ακόμα κατέβει το βλέμμα, ξέρω ότι θα μου αρέσουν.

Σήμερα έχοντας γνώση αυτής της παραξενιάς, επιδίδομαι δις το χρόνο σε ένα είδος συντήρησης των παπουτσιών μου σαν να είναι μνημεία. Βάψιμο, εφημερίδα στο εσωτερικό για να μην τσακίζουν, βουτιά στο κουτί τους, φύλαξη. Οσο δουλεύω τα εξετάζω νιώθοντας ένα μικρό τρόμο αν δω ότι μετά βίας την βγάζουν άλλη μια περίοδο. Το θέμα της αντικατάστασης εκτός από το πρόβλημα του αποχωρισμού, δημιουργεί ερωτήματα για τo αν θα με βολέψουν τα καινούργια χωρίς να πληγιάσουν τα πόδια μου, προ πάντων αν θα γίνουν αμέσως τα «καθημερινά μου», εκείνα που εμπιστεύεσαι από την πρώτη στιγμή νιώθοντας τον πειρασμό να τα φορέσεις ακόμα και με το πιο καλό σου φουστάνι κι ας είναι παράταιρα. Γι αυτό ίσως πιο πολύ αγαπώ τα καλοκαιρινά μου γιατί είναι παπούτσια ξέγνοιαστα που σε παραδίδουν ανάλαφρα στην ξυπολησιά χωρίς να μουτρώνουν. Τα βρίσκεις παρατημένα χώρια στις γωνιές του σπιτιού, ανάποδα πολλές φορές να περιμένουν πότε θα τα θυμηθούν τα πόδια σου να τα φορέσουν κι αν πάλι όχι, δεν έτρεξε τίποτα, δέχονται να τα κρατάς και στο χέρι, να τα βουτάς στην θάλασσα, να τα παρατάς στα παγκάκια, αναγνωρίζουν κοντολογίς το δικαίωμα να ζήσεις λίγο μακριά τους σαν τους πρώτους ανθρώπους ή τους πολύ φτωχούς. Τα γυρίζω και από κάτω να δω σκαλωμένες πετρούλες, ίχνη χώματος, άμμο καμιά φορά που ξέφυγε από τα δάκτυλα. Πέφτουν τότε από πάνω τους οι καλοκαιρινοί μήνες, βραδιές σκόρπιες εδώ κι εκεί, εξερευνήσεις, χοροί σχηματίζοντας στο δάπεδο έναν μικρό σωρό από ιστορίες που ξεθωριάζουν καθώς το σπίτι παίρνει σιγά-σιγά την χειμερινή του όψη. Κάτι σαν κάθαρση υφίστανται πριν μπουν στο κουτί. Καθαρίζονται εσωτερικά, εξωτερικά, αναπαύονται μετά για κάμποσους μήνες κλεισμένα στο σκοτάδι. Το επόμενο καλοκαίρι θα ζήσουν άλλη μια ζωούλα, τρεις μήνες, τέσσερις ίσως λίγο περισσότερο αν αργήσουν οι βροχές. Μερικά φυλάσσονται για πάντα. Τα παπούτσια του πατέρα είναι ακόμα εκεί. Αδειανά.

Θυμάμαι μια φορά έφυγα από το νησί αφού παρέταξα όλα τα παπούτσια στην ξύλινη σκαλίτσα που έχω σε μια γωνιά στο λουτρό γι αυτό τον σκοπό. Ένα ζεύγος περίσσεψε. Ήταν τόσο χαλασμένο που έπρεπε να πεταχτεί. Το πήρα μαζί να το κρατώ με την βαλίτσα κι ένα σωρό άλλα πράγματα της στιγμής. Στο λιμάνι πριν μπω στο καράβι το άφησα εκεί στην μέση της προβλήτας, τελείως μοναχό, ήταν θυμάμαι Νοέμβρης και η θάλασσα έτριζε τους κάβους. Σκοτεινιά, παντού υγρασία από το κύμα. Για να ξαναγυρίσω, είπα. Αδύνατον να τα πετάξω στο κάδο παρά πέρα. Σάλπαρε το καράβι κι εγώ κοιτούσα τα παπούτσια μικροσκοπικά κάτω από το φανάρι τελείως εξωπραγματικά. Την άλλη χρονιά που γύρισα τα είχαν πάρει. Εγώ όμως όλο τον χειμώνα τα φανταζόμουν να στέκουν εκεί μαύρα καλοκαιρινά πέδιλα να με περιμένουν...

Παρασκευή, Οκτωβρίου 05, 2007

Το τίμημα.

"Ο στρατιώτης της βιρμανέζικης χούντας πυροβολεί εξ’ επαφής τον Ιάπωνα φωτορεπόρτερ Κέντζι Ναγκάι. Αυτός σωριάζεται κάτω, δεν αφήνει την βιντεοκάμερα να του πέσει, την κρατά γερά και η πρώτη του, αστραπιαία, ενστικτώδης κίνηση είναι να αλλάξει χέρι από το δεξί στο αριστερό, προκειμένου να συνεχίσει να καταγράφει την Ιστορία, που συνεχίζει να διαδραματίζεται μακριά από τα μάτια του που κοιτάζουν πια τον ουρανό, αλλά όχι και μακριά από τον φακό του. Λίγο μετά πεθαίνει.
Ο φωτορεπόρτερ που μια ζωή κυνηγούσε την ιστορική φωτογραφία, ενσωματώθηκε στο πάθος του κι έγινε ο ίδιος η ιστορική φωτογραφία, αφού φωτογραφήθηκε και βιντεοσκοπήθηκε από κάποιον άλλο, που είτε είχε το ίδιο πάθος είτε βρέθηκε συμπτωματικά εκεί".

Περισσότερα εδώ


Διάβασα κάποτε για έναν συγγραφέα ο οποίος προκειμένου να αφηγηθεί στο βιβλίο του μια ιστορία ληστείας, αποφάσισε να λάβει μέρος σε μια πραγματική. Σκοτώθηκε.Εδώ δεν πρόκειται για τέτοια ακραία περίπτωση σκηνοθεσίας αλλά για την ίδια την ζωή. Ωστόσο η κατάληξη είναι η ίδια....

Το τίμημα της αλήθειας και της αληθοφάνειας είναι ο θάνατος.

Κυριακή, Ιουλίου 29, 2007

Με το ίδιο θάρρος.

Αντιπαθείς κάποιον και δεν μπορείς να το κρύψεις.
Τον βλέπεις από μακριά και αλλάζεις δρόμο.
Πέφτεις πάνω του τυχαία και τρομάζεις.
Η μούρη του είναι σκοτεινή και στο βλέμμα του μέσα υπάρχει ένα καρφί.
Πιο πολύ τρομάζεις με την δική σου την μούρη γιατί κι αυτή ίδια είναι.
Υπάρχουν λόγια μεταξύ σας που ποτέ δεν θα ειπωθούν.

Σε αντιπαθώ.
(όπως σ αγαπώ).



Παρασκευή, Μαΐου 25, 2007

Η Παράκαμψη.



Στα μισά του δρόμου αποφάσισα να εγκαταλείψω την εθνική και να καταφύγω στην παλαιά οδό κάνοντας παράκαμψη.Όσο και αν είναι ταχείς οι σύγχρονοι μεγάλοι δρόμοι, περισσότερο ασφαλείς ίσως, δεν παύουν να είναι πληκτικοί, μια ευθεία όπου το μάτι δεν βλέπει τίποτα άλλο από την άσπρη γραμμή, το κιγκλίδωμα και τα αυτοκίνητα που τρέχουν δίπλα σου.Μόλις έστριψα στην έξοδο από την εθνική παίρνοντας την ελαφρά καμπύλη ανάμεσα στους ελαιώνες η διάθεσή μου άλλαξε. Ο δρόμος στένεψε και η προσοχή μου επικεντρώθηκε στα αυτοκίνητα που έρχονταν από το αντίθετο ρεύμα, συχνά μεγάλα φορτηγά που εμφανίζονταν στο βάθος με τον όγκο τους. Και το προσπέρασμα επίσης είναι πρόβλημα σε τέτοιους δρόμους που σέρνονται σαν φίδια. Συχνά κολλάς πίσω από κάποιον αργοκίνητο ηλικιωμένο ή σακαράκα του 60 ή αντίθετα σε πάει με την ψυχή στο στόμα κάποιος μανιακός που έρχεται κολλητά πίσω σου επειδή θέλει να τρέξει με 100 σε ένα δρομάκι 5 μέτρα. Μπαίνεις - βγαίνεις με το φλας, ρίχνεις εν ανάγκη και καμιά μούντζα. Διόδια δεν έχει. Ούτε μπλόκα. Αυτά είναι για τους άλλους δρόμους, τους συνεπείς. Εδώ στην παλιά εθνική οδό, όλα επιτρέπονται ή σχεδόν όλα. Πρώτα- πρώτα επιτρέπονται τα τοπία. Βουνά. Κάμποι. Χαράδρες. Ρυάκια. Μια πηγή. Ενας μεγάλος πλάτανος. Εχει απ όλα ο στενός δρόμος. Διαβάσεις τρένου. Γιοφύρια μικρά που λες θα πέσουν αν βρεθείς να τα διασχίζεις μαζί με το φορτηγό που πάτε παρέα. Έχει πορτοκαλιές και σακιά στο δρόμο από τους ντόπιους παραγωγούς στημένα στην άκρη του δρόμου 2 ευρώ και ενενήντα εννιά λεπτά το κιλό αλλά παίρνεις όλο το σακί ένα εικοσαράκι. Έχει διάφορους ήρωες του 21, μάχες, ενέδρες, λημέρια. Μοναστήρια όπου επιτρέπεται να μπεις μόνο με περιβολή κόσμια. Χωριά που τα διασχίζεις αργά ένεκα της ταμπέλας με τα δυο παιδάκια, καφενέδες με γέροντες που ξεχάστηκαν σε αυτόν τον αιώνα, έχει αν πεινάς και καλαμάκι σουβλάκια. Αλλά πάνω απ όλα έχει τις αρχαιότητες. Οι Μυκήνες φερ ειπείν είναι ένας τόπος γλυκός όλο καμπύλες και αδρές γραμμές που εποπτεύουν έναν κάμπο όλο ελιές. Τις κυκλώνουν οι αέρηδες. Η αρχαιολογική υπηρεσία τις έχει περιφράξει με κάγκελο μαύρο αλλά η ψυχή καβαλά το κάγκελο και βρίσκεται αλλού μόλις τις αντικρίσεις. Μια μακριά ουρά από ποικιλόχρωμους προσκυνητές σού ψιθυρίζει βαθιά ότι δικαίως άφησες τον σύγχρονο δρόμο, μισή ώρα δρόμο μόνο από τον πολιτισμό και είσαι άλλος άνθρωπος.Ο,τι αξίζει στη ζωή, η παράκαμψη....

Πάρτε τους παλιούς δρόμους. Εχουν ψυχή.
Οι άλλοι έχουν άσφαλτο.

Παρασκευή, Απριλίου 13, 2007

Αγγελοι.

Εκτός από τα χαλάσματα, στο χωριό συναντάς κάποιος γέρους πολύ γέρους που σου διηγούνται αν τους τσιγκλήσεις λίγο τις ιστορίες του μεγάλου πολέμου που οι μεν ονόμασαν "ανταρτοπόλεμο" και οι δε "εμφύλιο".
Υπάρχει ένας φόβος ν' αγγίξεις αυτές τις ιστορίες γιατί όταν αρχίζουν να μιλούν είναι σαν να ακούς να τρίζουν στο δρόμο οι ρόδες ενός κάρου φορτωμένο ψυχές. Κάθε τόσο σταματά και ξεφορτώνει μπροστά στην πόρτα κάθε σπιτιού -μα κάθε σπιτιού- τους ανθρώπους που πήρε το μίσος. Είναι μια διανομή απόκοσμη όπου ο καθένας βρίσκεται στη θέση που είχε πριν αρχίσει το μακελειό και ζητούν τότε οι ψυχές αυτές να ζήσουν ξανά επειδή τις κορόιδεψε η Ιστορία. Τραγικότερη θέση έχουν αυτοί που έμειναν πίσω, για πολλά χρόνια νεκροζώντανοι κορμοί σαν να τους έκοψε κάποιος τα πιο ζωτικά κλαριά τους, πατέρα, αδελφό, γιο, πολλές φορές και όσους είχαν σχέση με αυτούς αρραβωνιάρες, αδελφές, μανάδες, κόρες...

Μια από αυτές δέκα έξι χρονών τότε θυμάται:
με κάλεσε ο νωματάρχης να με ρωτήξει αν είχα αδελφό αντάρτη. Του αποκρίθηκα ότι είχα έναν αδελφό στο βουνό και τρεις αδελφούς στρατευμένους. Είπε ότι δεν περίμενε τέτοια απάντηση από ένα κορίτσι δεκάξι χρονών και με άφησε... δούλευα στα χωράφια με τα χέρια, το μυαλό μου γύριζε στα αδέλφια μου, δεν ήξερα τι να ευχηθώ, όποιος και να επικρατούσε θα είχα έναν λόγο να θρηνώ....ο αδελφός μου «χάθηκε» αργότερα στις εκκαθαρίσεις που πραγματοποιούσε ο τακτικός στρατός στον οποίο υπηρετούσαν οι υπόλοιποι. Τέτοια χρόνια να μην ξανάρθουν ποτέ αλλά πρέπει η ιστορία τους να λέγεται. Αυτές οι ψυχές ίσως βρίσκουν μια ανακούφιση όταν δεν ξεπέφτουν στην λήθη.

Ετσι είπε.Μου άρεσε ο τρόπος που μοίρασε τα πράγματα. Πώς έδειξε ότι βρέθηκαν και η ίδια αλλά και οι δικοί της άνθρωποι γρανάζι σε μια κατάσταση που τους υπερέβαινε. Και δεν είπε "άνθρωποι". Είπε "ψυχές" περνώντας τους κατά αυτόν τον τρόπο, στην αιωνιότητα. Σήμερα είναι 75ετών. Αγρότισσα. Ζει με τον γέρο της 80 ετών, στη διπλανή πόρτα. Κι έχουν και οι δυο τους μια γλύκα στο πρόσωπο που μόνο τέτοιες ιστορίες μπορούν να δώσουν.

Τι θα απογίνουμε όταν πεθάνουν και οι τελευταίοι μάρτυρες εκείνης της εποχής; Πού θα βρούμε τέτοιες ερμηνείες εσωτερικής συμφιλίωσης; Δεν είναι τα έργα, δεν είναι οι τόποι μήτε τα κείμενα που ερμηνεύουν την Ιστορία. Είναι οι άνθρωποι που συμφιλιώθηκαν μαζί της. Αυτοί που πέθαναν κι αυτοί που πέθαναν και συνέχισαν να ζουν.

Σάββατο, Μαρτίου 31, 2007

Η Λαζαρίνα.



"Τσιντσιρό γαϊτάνι μαϊκου μ΄κι αργύρο κουϊμπί μωρ και αργύρο κουϊμπι
Έχασα του χαϊμάλι μου ποιά του βρηκίτι μωρ ποιά του βρηκίτι
Σαν του βρήκις μωρ Βάσιλω δος μας του νά ζεις μωρ δος μας του νά ζεις
Ματου στίμμα του φιγγάρι δεν του βρηκά ιγω μωρ δεν του βρηκά ιγω
Βρε Μάνωλη Μανωλάκη κι κάλου πίδι μωρ κι κάλου πίδι
Τι κάλη γυναικά ποχείς κι δε χαιρίσι μωρ κι δε χαιρίσι
Που την είδες που την ξερεις και την μολούγας μωρ και την μολούγας.....
"

Τραγουδιέται και χορεύεται από τις «Λαζαρίνες» την ημέρα του Λαζάρου στην Αιανή Κοζάνης. Οι Λαζαρίνες είναι ομάδες κοριτσιών που φορούν ειδικά ρούχα ανάλογα με την ηλικία τους. Το Σάββατο του Λαζάρου μαζεύονται στο σπίτι μιας κοπέλας, το λεγόμενο κονάκι, κι από κει ξεκινούν ανά ομάδες (μπλίκι) για τα σπίτια του χωριού όπου λέγουν αυτοσχέδια τραγούδια ( κάλαντα λαζαριάτικα) ανάλογα με τα σπίτια που επισκέπτονται. Για παράδειγμα, αν το σπίτι έχει ανύπαντρη κόρη, λένε ευχές για την κόρη, αν υπάρχει κάποιος γραμματιζούμενος λένε ανάλογα στιχάκια. Το απόγευμα όλες οι ομάδες μαζεύονται στην πλατεία του χωριού για να χορέψουν το «Τσιντσιρό». Τραγουδούν και χορεύουν χωρίς μουσική -εξ ου και ο ιδιαίτερος τονισμός του τραγουδιού που δίνει τον ρυθμό-και δεν λαμβάνουν μέρος καθόλου άνδρες.

Η λαογραφία, εντάσσει τα λαζαριάτικα κάλαντα στους αρχαίους αγυρμούς από τους οποίους έμειναν και τα Χελιδονίσματα, κάλαντα για το καλωσόρισμα των χελιδονιών. Οι Λαζαρίνες συνδέονται με τους κήπους του Αδώνιδος, ενός αρχαίου θεού. Όλα αυτά τα έθιμα αργότερα οι άνθρωποι τα περιέβαλαν με ένα χριστιανικό μανδύα και συνέδεσαν τους κήπους του Αδώνιδος με την Ανάσταση του Λαζάρου.

Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι οι ομάδες των κοριτσιών που αποτελείτο πάντα από ανύπαντρα κορίτσια, συνοδεύονταν από την Λαζαρίνα η οποία ήταν μια γυναίκα που έπρεπε 1. να έχει παντρευτεί 2. να έχει γνωρίσει την μητρότητα 3. να έχει γευτεί τον θάνατο, να είναι δηλαδή χήρα.Τα καθήκοντά της δεν αφορούσαν μόνο το Σάββατο του Λαζάρου αλλά όλο το έτος κατά τη διάρκεια του οποίου ήταν υπεύθυνη να τα μυήσει στην ζωή.

***

Είναι ένα σκεπτικό πολύ διαφορετικό από το σημερινό όπου για τα παιδιά είναι υπεύθυνη μόνο η οικογένεια. Τότε ήταν ένα πρόσωπο εκτός αυτής επιλεγμένο από την ίδια την ζωή, δηλαδή κάποιος που είχε γνωρίσει κυριολεκτικά στο «πετσί» του τόσο την χαρά όσο και τον πόνο. Πρόκειται για έναν «ειδικό» επομένως.

Σήμερα, την εποχή της ειδίκευσης και της εξειδίκευσης, η κοινωνία μας δεν διαθέτει ειδικό για τα παιδιά διότι όσο και να σκεφτώ δεν μπορώ να αντιστοιχίσω στην διάρθρωσή της, το πρόσωπο που αναλογεί στην Λαζαρίνα. Μπορεί να είναι η μάνα αλλά διαθέτει πάντα την πείρα που προσφέρει το παραπάνω τρίπτυχο και προ παντός τον χρόνο; Το ίδιο ισχύει και με τον δάσκαλο.

Ας σημειωθεί ότι παλαιότερα κύριος πόρος ζωής για την οικογένεια ήταν η γη, τομέας όπου ειδικά η αναπαραγωγή και ο θάνατος διδασκόταν εξ ορισμού στο παιδί μέσα από την παρατήρηση των φυτών και των ζώων. Σήμερα αντίθετα, η εργασία όχι μόνον έχει μεταφερθεί σε άλλους χώρους, «αποστειρωμένους» όσον αφορά αυτά τα δυο αλλά έχει αποκοπεί και από τον φυσικό χώρο του παιδιού, την οικογένεια. Ο πατέρας/μητέρα κάνει ένα άγνωστο επάγγελμα στο οποίο το παιδί δεν έχει καμιά συμμετοχή. Συχνά δεν γνωρίζει τι ακριβώς σημαίνει « επιχειρησιακός ερευνητής» ή κάποιο άλλο από τα σύγχρονα επαγγέλματα. Τα χρήματα κερδίζονται μυστηριωδώς όπως μυστηριωδώς γεννιούνται και τα αδελφάκια τους σε πολυτελείς κλινικές ή πεθαίνουν οι παππούδες τους στα δαιδαλώδη νοσοκομεία. Το παιδί ανήκει πλέον σε ένα ξεχωριστό κόσμο τελείως αποκομμένο από τον κόσμο των ενηλίκων, δηλαδή τον πραγματικό κόσμο για τον οποίο πληροφορείται μόνο μέσα από τα media ή από τους υπερβολικά υπερπροστατευτικούς γονείς του. Οι τελευταίοι φροντίζουν ώστε να διδαχτεί γράμματα, ξένες γλώσσες, αθλητισμό και μουσική πληρώνοντας τους ανάλογους ειδικούς. Για τον έρωτα και τον θάνατο η σημερινή κοινωνία όμως δεν διαθέτει κανέναν ειδικό. Εν άλλοις, προετοιμάζονται οι νέοι για μια ανταγωνιστική κοινωνία βασισμένη σε εφόδια που δεν έχουν να κάνουν με την ουσία της ζωής.

Δεν υποστηρίζω ότι τα παραπάνω εφόδια δεν είναι απαραίτητα για την διάπλαση του παιδιού και την επιβίωσή του εν γένει ως αυριανός ενήλικας αλλά θεωρώ ότι δεν ανταποκρίνονται στο κεφάλαιο κορμί, δηλαδή ό,τι έχει να κάνει με το αρχέγονο στοιχείο. Καλλιεργούμε το πνεύμα, αναπτύσσουμε τον νου, γυμνάζουμε το κορμί όπως ακριβώς λιπαίνουμε, κλαδεύουμε και μπολιάζουμε ένα δένδρο, τις ρίζες του όμως δεν τις φροντίζουμε, γιατί ρίζα είναι βέβαια ό,τι σχετίζεται με το αρχέγονο, όπως και ο τρόπος που το διαχειριζόμαστε. Και βέβαια αν η ρίζα δεν είναι γερή, το δένδρο κάποια στιγμή θα κλονιστεί, εξ ου και οι νευρώσεις που συχνά χαρακτηρίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο.



Κάλαντα του Λαζάρου θα βρείτε εδώ Στοιχεία για το έθιμο πήρα από το Λύκειο Ελληνίδων.

Τρίτη, Μαρτίου 27, 2007

Πλάνες.



«Λέγεται μάλιστα πως ήταν αυτός ( ο Θηραμένης) που σκηνοθέτησε την παρέμβαση των συγγενών των ναυαγών οι οποίοι εμφανίστηκαν με τα πρόσωπα πασαλειμμένα με στάχτη εις ένδειξη πένθους, κατά την διάρκεια της δίκης και με τους θρήνους και τους ολολυγμούς τους επηρέασαν την καταδικαστική απόφαση- οι αναγνώστες της αρχαίας τραγωδίας γνωρίζουν καλά την πολιτική δύναμη του πένθους.


Σημ.7. Μετά τη ναυμαχία στις Αργινούσες, το 406 πχ, την τελευταία νικηφόρα εμφάνιση του αθηναϊκού στόλου στο θέατρο του πολέμου, ορισμένοι κατηγόρησαν τους στρατηγούς ναυάρχους ότι δεν περισυνέλεξαν τους ναυαγούς και τους τραυματίες. Αυτοί παρότι είχαν δώσει εντολή σε δυο πλοιάρχους να επιστρέψουν στο σημείο της ναυμαχίας ώστε να φροντίσουν για τα δέοντα, απέδωσαν την ατυχή έκβαση της επιχείρησης στις αντίξοες καιρικές συνθήκες. Οι στρατηγοί κάλυψαν έτσι τους πλοιάρχους όμως εκείνοι επειδή φοβήθηκαν τις ευθύνες τους, τους κατηγόρησαν ότι ευθύνονται προσωπικά για την εγκατάλειψη των ναυαγών. Καταδικάστηκαν σε θάνατο ομαδικώς και όταν δυο μέρες μετά η συνέλευση άλλαξε γνώμη, είχαν ήδη εκτελεσθεί. Ο Θηραμένης ήταν ένας από τους δυο πλοιάρχους και αφανής πρωτεργάτης της δικαστικής απόφασης η οποία εννοείται, απάλλασσε τον ίδιο από οποιαδήποτε ευθύνη. Ο δεύτερος κατήγορος, κάποιος ονόματι Καλλίξεινος, ο οποίος εκτέθηκε στην συνέλευση υπέρ της καταδίκης των στρατηγών, λέγεται ότι όταν μερικά χρόνια αργότερα επέστρεψε στην Αθήνα από τον Πειραιά, πέθανε μισότρελος από την πείνα, γιατί κανείς δεν του απηύθυνε τον λόγο και κανείς δεν ήθελε να του δώσει ούτε ένα κομμάτι ψωμί. Στην υπόθεση αυτή αναφέρεται λεπτομερώς ο Ξενοφών στα Ελληνικά του, ο οποίος δεν χάνει ευκαιρία να περιγράψει τη δημοκρατία σαν μια κινούμενη άμμο αποτελούμενη από ανεξέλεγκτα και ευμετάβλητα συναισθήματα και λοιπά δυσοίωνα ανθρώπινα υλικά. Ας σημειωθεί ότι ο μόνος Αθηναίος που αντέδρασε στην εκδίκαση της υπόθεσης ήταν ο Σωκράτης ο οποίος την ημέρα εκείνη ως πρόεδρος των πρυτάνεων επικαλέσθηκε έναν νόμο που απαγόρευε τις ομαδικές δίκες».



Τάκης Θεοδωρόπουλος, Το Μυθιστόρημα του Ξενοφώντα, εκδ. Ωκεανίδα, σελ.18-19.



Από το παραπάνω κείμενο, το οποίο πιστεύω είναι διαχρονικής σημασίας, μου έκαναν εντύπωση τα εξής σημεία, χαρακτηριστικά μιας τραγικής δικαστικής πλάνης που αφορά όμως την δημοκρατία.

1. η συγκάλυψη των υπευθύνων από τους ανωτέρους τους. Πόσες φορές δεν το συναντούμε και σήμερα στην πολιτική σκηνή. Τελικώς οι στρατηγοί καταδικάστηκαν για αυτή την « ευεργεσία» τους προς τους πραγματικά υπεύθυνους επειδή προφανώς δεν θα μπορούσαν ποτέ να επικαλεστούν το σφάλμα τους ως αθωωτικό επιχείρημα. Και στις δυο περιπτώσεις δηλαδή, είτε έλεγαν ότι «κάλυψαν» τους πλοιάρχους είτε ότι δεν τους διέταξαν να επιστρέψουν στον τόπο της ναυμαχίας, η απόφαση θα ήταν καταδικαστική επειδή και στις δυο περιπτώσεις θα είχαν διαπράξει έγκλημα κατά της Πολιτείας. Η προδοσία των πλοιάρχων δεν μου προξενεί και τόσο εντύπωση, μιας και ο «ευεργετηθείς» σχεδόν πάντα καταφέρεται εναντίον του ευεργέτη του μόνο και μόνο επειδή δεν θέλει να χρωστά.


2. η στάση των συγγενών των θυμάτων των οποίων ο ανθρώπινος πόνος συνετέλεσε στο να τυφλωθούν και να ταχθούν τελικώς με την μεριά των ενόχων. Παρόλο που με εντυπωσίασε πολύ η στάχτη σαν συμβολισμός πένθους- πραγματικά πολύ δυνατό σαν έκφραση, σχεδόν πρωτόγονο που κάμπτει και την πιο σκληρόκαρδη καρδιά- σε μια δίκη και μάλιστα εθνικού όπως θα λέγαμε σήμερα περιεχομένου, ο συμβολισμός αυτός υποβιβάζεται σε μεταμφίεση που προσομοιάζει το θέατρο και κατά την γνώμη μου θα έπρεπε να έχει αντίθετο αποτέλεσμα στην Συνέλευση. Διότι εκείνο που εκδικαζόταν στην δεδομένη δίκη δεν ήταν η ευθύνη για την μη περισυλλογή συγκεκριμένων νεκρών αλλά μια αξία της Πολιτείας και γενικά του πολεμικού Δίκαιου, η περισυλλογή των θυμάτων του πολέμου ως απόδοση αναγνώρισης και τιμής. Κάτι ανάλογο δηλαδή με την ταφή των νεκρών στην «Αντιγόνη». Η στάση όμως το συγγενών μετατόπισε το βάρος και δυστυχώς όπως αναφέρεται, επηρέασε την κρίση των δικαστών-διότι άλλο το πένθος και άλλο η εκμετάλλευσή του. Το ερώτημα είναι τι δικαστές είναι τούτοι που πέφτουν σε τέτοιες παγίδες. Γιατί σήμερα δεν πέφτουν;


3. η στάση της κοινής γνώμης απέναντι στον Καλλίξεινο πολλά χρόνια αργότερα, η δικαιοσύνη που αποδίδεται δηλαδή από το κοινό αίσθημα που σε αυτή την περίπτωση επιβεβαιώνει αυτό που είπα και παραπάνω, ότι τελικά σε τέτοιες δίκες δεν εκδικάζεται το αδίκημα προς τους συγκεκριμένος νεκρούς αλλά το αδίκημα προς την αξία που αντιπροσωπεύουν. Διότι αν πράγματι όλοι αυτοί που αρνήθηκαν να δώσουν και ένα ξεροκόμματο στον φταίχτη ένιωθαν εξαπατημένοι για τους νεκρούς και τους στρατηγούς, θα μπορούσαν πιθανώς να παραπέμψουν τους πραγματικά ενόχους σε νέα δίκη, πράγμα που δεν έκαμαν. Εκείνο για το οποίο ένιωθαν εξαπατημένοι επομένως και για το οποίο τους είχαν καταχωρήσει στην συνείδησή τους ως ενόχους, ήταν η εξ αιτίας τους εξαπατημένη Δικαιοσύνη, προφανώς ένιωθαν ότι δεν υπάρχει Δικαιοσύνη ως αξία, επομένως πώς να τους παρέπεμπαν πάλι σε μια Αρχή που είχε πέσει στα μάτια τους; Ο θεσμός είχε εκπέσει και η πίστη τους σε αυτόν. Αν επί προσθέτως δεχτούμε ότι πίσω από το πρόσωπο της Δικαιοσύνης κρύβεται ο κάθε ένας από τους πολίτες που την έχει εξουσιοδοτήσει να μιλά για λογαριασμό του, τότε ο κάθε ένας από τους πολίτες που αρνήθηκε να απευθύνει το λόγο στους ενόχους το έκανε διότι ένιωσε ο ίδιος ακυρωμένος- ως εντολοδότης. Μήπως και η ακύρωση της Δικαιοσύνης στις συνειδήσεις δεν είναι και η απαρχή στις μέρες μας της Αναρχίας;


4. τέλος, για την εκτίμηση του κ. Θεοδωρόπουλου όσον αφορά τα «Ελληνικά» του Ξενοφώντα δεν έχω γνώμη, μιας και δεν τα έχω διαβάσει, πιθανώς να είναι έτσι αφού ο Ξενοφών καταγόταν από ολιγαρχική οικογένεια. Αλλά για το ότι «η δημοκρατία (ως πολίτευμα) είναι κινούμενη άμμος αποτελούμενη από ανεξέλεγκτα και ευμετάβλητα συναισθήματα και λοιπά δυσοίωνα ανθρώπινα υλικά» αν το εξετάσω ως γενική θέση δηλαδή, ανεξάρτητα από κάθε θέση του συγγραφέα ή του Ξενοφώντα, έχω να πω ότι δεν θα μπορούσε να ήταν και διαφορετικά, μιας και η δημοκρατία αποτελείται πράγματι από ανθρώπινο υλικό που γνωρίζει το συναίσθημα ειδεμή θα ήταν ένα άκαμπτο σχήμα, σκληροπυρηνικό και «υπεράνθρωπο», υπό την έννοια ότι δεν θα υπηρετούσε τον άνθρωπο αλλά τον πολίτη, εν άλλοις όχι τις αξίες διανθισμένες από συναισθήματα αλλά σκέτες αξίες, τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο φασισμός.

Πέμπτη, Μαρτίου 22, 2007

Το Φόρεμα.




Παλιό, μακρύ, άχρηστο περασμένης μόδας,
το ανέσυρα από το βάθος της ντουλάπας μου
σαν δεν είχα άλλο τίποτα, τίποτα να κάνω.

Επεσε λίγο άχαρα πάνω μου,
άχαρα χαμογέλασε και το είδωλο στον καθρέπτη.
Κοντοστάθηκα έκπληκτη πώς η παλιά του αίγλη
κατέληξε να με κοιτά ζητώντας μου συγγνώμη,
λίγο μπερδεμένη για το αν έφταιγε αυτή
ή το κορμί το είχε άραγε το φόρεμα προδώσει;

Βιαστικά το ψαλίδι πήρα και ψαλίδισα
ένα - δυο άκρες που κρέμονταν,
δυο - τρία λακάκια χαμόγελου
που έπαιζαν στην μέση.

Το ντεκολτέ το άφησα, μάρτυρας είναι σκέφτηκα
για όποια μικρά φιλιά ανηφόρισες από κει
και κύλησαν μόνα τους στην πλάτη.
Αρμονικά τα έραψα κι εγώ με αραιές μικρές θηλιές
στερεώνοντας τα λάθη.



Ιούλης, 2004.

Τρίτη, Μαρτίου 06, 2007

Ταξίδεμα.


Το αυτοκίνητο τρέχει στην Εθνική. Τα τζάμια είναι ανοιχτά και ο φθινοπωρινός αέρας ορμά μέσα ανακατεύοντας τα μαλλιά μου. Αν ήταν το 60 θα φορούσα ένα μαντήλι για να μη χαλάσει το χτένισμα. Θα φορούσα στενή φούστα σανέλ - ένα όμορφο ταξιδιωτικό ταγεράκι ίσως. Η πόρτα θα άνοιγε ανάποδα. Και το αμάξι θα ήταν ανοιχτό. Θα πήγαινα από το παλιό το δρόμο και περνώντας από τη Κακιά Σκάλα θα είχα την ευκαιρία να φέρω στο νου όλους τους άθλους του Θησέα. Στον Ισθμό θα έπινα σίγουρα ένα καφεδάκι - τούρκικο - και θα έβλεπα τα μεγάλα πλοία με προορισμό το Πρίντεζι ή την Αγκώνα. Η γέφυρα θα τανε στενή και οι άνθρωποι θα έβγαζαν επάνω της μια αναμνηστική φωτογραφία. Ένα παιδάκι θα σκυβε πολύ και η μαμά του έντρομη, θα το κρατούσε από τη φουφούλα. Οι διαφημίσεις δε θα τανε πανοραμικές και θα διαφήμιζαν το κατάμαυρο δέρμα που μπορείτε να αποκτήσετε με τη νέα κρέμα Νιβέα. Πιο έξω στα βουνά, ο στρατός θα είχε ζωγραφίσει σίγουρα το Στέμμα και στα Δερβενάκια ακριβώς δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό, κάποιος ντόπιος παραγωγός θα είχε ακουμπήσει στη σκιά, μερικά μπουκάλια κρασί Νεμέας. Περνώντας τα στενά θα χαιρετούσα νοερά το Γέρο του Μοριά και θα πιανα σύντομη συζήτηση για τη πανωλεθρία του Δράμαλη και τη στρατηγική των οπλαρχηγών του 21. Μετά το Αργος θα λεγα σίγουρα την ιστορία του Αχλαδόκαμπου, αν δηλαδή, το όνομά του προέρχεται από το επιφώνημα που έβγαλε κάποιος παλιννοστούν εξ Αμερικής: « αχ! Λαδόκαμπος!» ή αν απλά το πήρε από το «κάμπος με τ αχλάδια», πράγμα απίθανο βέβαια γιατί δεν υπάρχει ούτε ένα. Θα ανέβαινα το βουνό αυτό αργά αργά, γιατί ο δρόμος είναι τόσο στενός και τόσο κοντά στον γκρεμό που όταν τον περνάς, οδηγείς δεν οδηγείς, πατάς αυθόρμητα το πόδι σου πάνω σ ένα φανταστικό φρένο δείχνοντας έτσι προς τον οδηγό μια εμφανή αγένεια. Ο δρόμος θα τανε πάλι κλειστός από το λεωφορείο της γραμμής που δε μπορεί να στρίψει. Τα αυτοκίνητα θα έκαναν μια μακριά ουρά και οι οδηγοί των Ι.Χ θα είχαν κατεβεί να δουν πώς πάει το πράγμα. Κάποιος πιο έμπειρος, φορτηγατζής στο επάγγελμα, θα είχε πάρει το ζήτημα προσωπικά και έχοντας τη φήμη του ειδικού, ένεκα παλιοσοφεράντζα, θα φώναζε για ν ακουστεί καλά από τον οδηγό «έλα, έλα πίσω, κόφτο όλα δεξιά, πίσω, πίσω με το κώλο, πάρτο τώρα αριστερά , σταμάτα, καλά είσαι , έλα τώρα μπρος , ανάποδα το τιμόνι, έεεεεεεεεελααα, δως του ακόμα, φεύγαααααααα, πάμεεεε.... φύγαμε. Μετά θα έκανε απότομα μεταβολή και πριν πηδήξει σβέλτα πάνω στο ψηλό κάθισμα του φορτηγού, θα κανε σίγουρα εκείνη τη μεγαλοπρεπή χειρονομία αντάξια ενός λοχία: «άντε καθάρισα για σας, μπείτε στα αμαξάκια σας τώρα τζιτζιφιόγκοι και βουρ...». Ο λεωφοραντζής θα πάταγε τότε το κλάξον τέρμα για να πει ευχαριστώ, απλώνοντας ως πέρα τον σκοτεινό γκρεμό, μια μακρόσυρτη ομοβροντία. Οι επιβάτες θα ξανανέβαιναν, οι γριούλες θα σταυροκοπιόντουσαν αφού διόρθωναν πρόχειρα το τσεμπέρι τους και ο μπάρμπας θα βολευόταν πάλι πίσω από το καλάθι του για έναν ήσυχο υπνάκο μέχρι το χωριό.
Το αυτοκίνητο τρέχει στην Εθνική. Καθώς οδηγώ καμιά εικόνα δε συγκρατείται από το μυαλό. Αδιάφορα πάρκινγκ. Περιπολικά που γράφουν κάποιους ασυνείδητους οδηγούς. Σκούρα τζάμια μέσα από τα οποία δε μπορείς να διακρίνεις τίποτα. Ούτε καν ένα παιδάκι να έχει καθίσει ανάποδα στο πίσω κάθισμα και να σε χαιρετά ή να σου βγάζει τη γλώσσα. Πρέπει να προσέχω για να μη περάσω τον Ισθμό και δυσκολεύομαι αφάνταστα να ξεφορτωθώ την Αθήνα. Πατώ το γκάζι πιο δυνατά και καθώς χύνομαι προς την επαρχία, νιώθω σα να πετώ από τ ανοιχτά παράθυρα τη «σαβούρα».

***
Ταξίδι λίγων ημερών αύριο. Αυτή τη φορά προς την Μακεδονία. Τελικός προορισμός η Φλώρινα. Ενδιάμεσα όμως θα δω την Λεπτοκαριά, αυτή την απέραντη άσπρη παραλία των παιδικών χρόνων, θα περάσω ξυστά έξω από την Βέροια με τα τούρκικα μπαλκόνια όπου γράφτηκα στην ΣΤ δημοτικού, την τελείωσα όμως στον Βόλο. Κι άλλα ονόματα, Πολύκαστρο, Κιλκίς, Εύζωνοι, Σκρά έρχονται κατά πάνω μου από το επάγγελμα του πατέρα. Είναι η Μακεδονία. Θεσσαλονίκη, όπου αγόραζα στην αρχή τα παιγνίδια. Εκεί μου πήραν μέτρα για τον πρώτο στηθόδεσμο όταν παράτησα τις κούκλες. Το παλιό καστράκι του ΝΑΤΟ. Η Αλάνα όπου στήνανε τα αντίσκηνα οι γύφτοι. Μια φορά ξέφυγα από την «υπηρεσία» και παρά λίγο να πέσω στην θάλασσα. Εκεί είπα και το περίφημο «παλιότουρκοι μας πήρατε την γ-ελλάδα μας», όπου ο τούρκος πρόξενος κοκκίνισε κι εγώ εισέπραξα μια τσιμπιά. Παλιά την γύριζα την Ελλάδα, τώρα με γυρίζει αυτή από εδώ και από κει μέσα στους στριφογυριστούς λαβυρίνθους του νου απ όπου ξετρυπώνουν χίλια δυο πράγματα ασήμαντα για τους άλλους πολύ σημαντικά για μένα. Πώς γίνεται και τελικά μεγαλώνοντας γίνεσαι το χώμα που πατάς; Αύριο λοιπόν, ταξίδι.

Κυριακή, Μαρτίου 04, 2007

Τα χαρτιά.




Κατέφθαναν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, με κομψά, μαύρα φορέματα - εξώπλατα παρά το τσουχτερό κρύο και στους ώμους τους είχαν ρίξει γούνες γκρίζες άλλοτε σκούρο καφέ, με στητό τρίχωμα, πολύ απαλό, συνήθως ρενάρ που τις αποκαλούσαν με φυσικότητα «η ετόλ μου». Δηλαδή ένα είδος κοντής γούνας σαν εσάρπα που κάλυπτε μόνο τους ώμους. Τα μπράτσα τους πρόβαλαν κατάλευκα καταλήγοντας σε περιποιημένα άκρα στολισμένα με δακτυλίδια και βραχιόλια που έλαμπαν στον καρπό απελευθερώνοντας σε κάθε τους κίνηση ένα ελαφρύ κουδούνισμα. Μου θύμιζαν, έτσι όπως αποτελούσαν ζωηρή αντίθεση μαύρου και λευκού, μαρτιάτικα χελιδόνια που είχαν έλθει πολύ νωρίς. Φορούσαν όλες τους ψηλά τακούνια, μερικές πολύ λεπτά και μυτερά σαν βελόνες. Απορούσα πώς δεν γλιστρούσαν πάνω στο χιόνι, μάλλον επειδή όσο βάδιζαν, οι συνοδοί τους τις κρατούσαν από τον αγκώνα.

Έπαιρνα τις γούνες και τις ακουμπούσα προσεχτικά στο κρεβάτι των γονιών μου αλλά μετά από μερικά κουδουνίσματα και χαρμόσυνα ξεφωνητά στη πόρτα, η επιφάνεια του κρεβατιού γέμιζε από τον σκούρο όγκο τους σκορπίζοντας στη κάμαρη των γονιών μια ελαφρά ζάλη από μπερδεμένα αρώματα. Παρατηρώντας τις να διπλασιάζονται μέσα από τον καθρέπτη της «τουαλέτας» με φόντο τα μπουκαλάκια των καλλυντικών, τ αρώματα και κανένα δυο ζεύγη νάιλον κάλτσες, πρόχειρα πεταμένα επειδή είχαν συλληφθεί να έχουν πόντους στη φτέρνα, φανταζόμουν ότι βρισκόμουν σε πολυτελές καμαρίνι διάσημης ηθοποιού και διαλέγοντας μια στην τύχη την φορούσα παίρνοντας πόζες χωρίς κανείς να παρατηρεί ότι έλειπα πολλή ώρα, γιατί εκεί μέσα στο μεγάλο τραπέζι με τα σκαλιστά πόδια, τα σερβίτσια είχαν σηκωθεί μόλις άλλαξε ο χρόνος και είχανε στήσει στα γρήγορα την τσόχα.

Οι άνδρες κάπνιζαν τσιγάρα ρίχνοντας τη στάχτη τους σε κρυστάλλινα, στρογγυλά τασάκια και πολλές φορές άναβαν πούρο. Έπαιζαν πάντοτε πόκα. Κρατούσαν τα χαρτιά στο ένα χέρι και με το άλλο τα τακτοποιούσαν, αφήνοντας ένα χαρούμενο συννεφάκι καπνού ανάμεσα από τον δείκτη και τον παράμεσο. Τα φρύδια τους τα χώριζε μια ρυτίδα πολύ λεπτή, όλο σκέψη, συχνά σφύριζαν κάτι σιγανά, λίγο αφηρημένα, ιδίως σαν τραβούσαν «μάρκες» από ένα χαμηλό τραπεζάκι με λεπτεπίλεπτα πόδια από κόκκινο ξύλο γυαλιστερό, ζωγραφιστό στο χέρι που το αποκαλούσαν «μπάνκα». Άνοιγε προς τα πάνω, παίζοντας μια μελωδία ιταλική που ταύτισα αργότερα με τις φτωχογειτονιές της Νάπολης και τις γόνδολες στη Βενετία.

Οι κυρίες έπαιζαν Κουν-καν στο «καθιστικό» που επικοινωνούσε με την σάλα από δυο μεγάλα ανοίγματα με συρτές πόρτες και ήταν μάλλον πιο τυχερές γιατί κάθονταν κοντά στη πετρελαιόσομπα. Τότε κεντρική θέρμανση δεν υπήρχε. Όλο το σπίτι ήταν κλειστό και στις κρεβατοκάμαρες έκανε πάρα πολύ κρύο. Αν έβγαζες τα χέρια σου από τα σκεπάσματα, ξύλιαζες. Οι κυρίες έπαιζαν λοιπόν, γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι ντυμένο με τσόχα, έπιναν τσάι κρατώντας υψωμένο το μικρό τους δαχτυλάκι με σκέρτσο χωρίς να παραλείπουν όμως να σχολιάζουν κάπως ειρωνικά όποια αργούσε να κατεβάσει φύλλο, εξ ου και η επονομασία τους, « τσούχτρες». Στους άνδρες στο μέσα τραπέζι, επιτρεπόταν η σκέψη ακριβώς όπως και στους σκακιστές απλώνοντας σε μας που παρακολουθούσαμε λάθρα ένα αδιόρατο ρίγος. Σπάνια μόνο, κάποιες από κείνες τις γυναίκες με τα ψηλά τακούνια και τις μακριές γάμπες, κάθονταν μαζί τους και αυτό ήταν δείγμα μάλλον μεγάλης εξυπνάδας. Το να γίνεις δηλαδή αποδεκτή στην πόκα. Γι αυτό κι εκείνες έπιαναν πουλιά στον αέρα. Ανυπομονούσαν μάλιστα να παίξει ο επόμενος κτυπώντας νευρικά το τακουνάκι τους στο ξύλινο πάτωμα. Η μαμά που συχνά άφηνε κάτω τα χαρτιά ανάποδα σαν ανοιχτή βεντάλια για να περιποιηθεί τους καλεσμένους της, πάντα άσπριζε σε αυτόν τον ήχο αλλά από ευγένεια δεν έλεγε τίποτα , την επομένη όμως τις στόλιζε κανονικά: «την σιχαμένη, μου σακάτεψε το πάτωμα»!

Εμείς, τα παιδία παίζαμε νομίμως 31 σε κάποιο άλλο δωμάτιο όπου μας είχαν βάλει από νωρίς μια ηλεκτρική σόμπα. Αντί για «μάρκες» είχαμε φασόλια. Οι καταφερτζήδες όμως, συνήθως οι κόρες αυτών των διαβολεμένων γυναικών με τα μυτερά τακούνια, πολλές φορές μας πείθανε και τότε χάναμε το μποναμά που μας είχε δώσει ο νονός ή στείλει κάποιος μπρούκλης θείος από το «Αμέρικα»!

 
...ευχαριστώ για τον χρόνο σου.