Σάββατο, Απριλίου 15, 2006

Ο Λιάς.
















Είναι μερικοί άνθρωποι που στοιχειώνουν στη μνήμη μας.
Τους φέρνει ξαφνικά η ζωή στο διάβα μας, από ασήμαντη αφορμή και ξεδιπλώνουν μπροστά στα μάτια μας γραμμές του είναι τους τόσο δυνατές, που καταλαβαίνεις ευθύς, ότι χαράζονται μέσα στο μυαλό μας σαν από ξουράφι χαράκτη. Χρατς- χράτς σέρνονται κει, μέσα στο νου, τα λόγια τους, μια χειρονομία τους, η στάση του κορμιού τους, η λαλιά τους..

Καταλαβαίνεις ευθύς τότε, ότι είναι άνθρωποι «μοντέλα», κάτι σαν «οδηγοί» της ανθρώπινης μοίρας και σε πιάνει ένα τρέμουλο παρατηρώντας τους, σα να βρίσκεσαι μπροστά σε μια πόρτα μυστική που θα σου αποκαλύψει κάποιο μυστήρια.

Αυτούς τους ανθρώπους τους κουβαλώ παρέα με τον εαυτό μου. Αδύνατον να τους αφήσω πίσω. Ολοένα ξεπετάγονται οι μορφές τους μπροστά μου και δε ξέρω από ποια σύμπτωση της ζωής, με παρακολουθούν κι αυτοί, γιατί ολοένα προστίθενται στη γνωριμία μας νέες πληροφορίες. Που συμπληρώνουν το αρχικό προφίλ, σα να έχει αποφασίσει κάποιος, μέσα από αυτούς να συμπληρωθεί το παζλ της δικής μου ζωής, της δικής μου αλήθειας για τα πράγματα.

Τέτοιος άνθρωπος είναι ο Λιας .
Ο Λιας είναι ασήμαντο πρόσωπο για τους πολλούς. Φτωχός, μεροκαματιάρης άνθρωπος, με χέρια σαν τσάπες, όλο τσιμέντα.

Δε ξέρω πώς έγινε και σμίξανε οι δρόμοι μας, τέτοιες λεπτομέρειες συνήθως σβήνονται, όταν η επαφή με τον άλλον είναι τόσο καθηλωτική. Γεγονός είναι ότι εμφανίστηκε να κάνει μερικές επισκευές στο πατρικό σπίτι στο χωριό, όταν κινδύνευε να γίνει πια χάλασμα. Με το μάτι του ανθρώπου που εκπέμπει σήμα κινδύνου, όταν βλέπει αυτό που αγαπά να χάνεται, τον είδα θεόρατο να ροβολά τη κατηφορίτσα που έβγαζε στην αυλή και αμέσως τον εμπιστεύτηκα . Οπως θα εμπιστευόμουν ένα γιατρό ολομόναχη στο προσκέφαλο ενός ετοιμοθάνατου. Ακόμα πιο πολύ, ένιωσα ότι οι γερμένοι τοίχοι και τα ντουβάρια τον εμπιστεύτηκαν και δεν είχα λόγο να αντιτείνω στην επιλογή τους.

Και άρχισε ο Λιας να δίνει τη μάχη του με το χρόνο, το βράχο, τη πέτρα. Αγώνας τιτάνων. Οι μεν με τον όγκο τους και ο Λιας με το μυστρί και το κασμά. Χαλασμός όπου τον καλούσε η φθορά, εξοπλισμένος με το βαρύ κασετόφωνο, τη μπάσα φωνή του να συνοδεύει τα βαριά λαϊκά της αρεσκείας του και τις χερούκλες του. Θεριό που έχυνε το τσιμέντο, ανακάτευε τον ασβέστη, δούλευε το μυστρί και ξήλωνε με το κομπρεσέρ το βράχο της καλύβας, προκειμένου να διαμορφώσει αποθήκη. Τη δουλειά την έφερνε κατά πώς ήθελε, ανάλογα τα κέφια του καιρού και τα δικά του. Οταν έπιασε να επισκευάζει το φούρνο της γιαγιάς- ένα παλιό φούρνο που λίγο έλειψε να χαλάσει ο πατέρας, γιατί του εφάνει πεσμένος στο κέντρο του, έπιασε βροχή, εξόν ότι η ανεμοζάλη της δουλειάς τον είχε φέρει πάνω στη Μ. Παρασκευή. Αυτός απτόητος. Με μια νάιλον σακούλα στο κεφάλι από άμμο θαλάσσης και το κασετόφωνο στο τέρμα προς φρίκη ολάκερης της γειτονιάς, τράβηξε μια αριστουργηματική καμπύλη με τη άκρη του μυστριού του πάνω στη φρεσκο ριγμένη λάσπη, μεταμορφώνοντας τον παλιό χωριάτικο φούρνο σε κομψοτέχνημα.. Αγγίζοντας με μαεστρία τις άκρες, τις καμπύλωσε γλυκά προς τα κάτω, ίσα να αγγίζουν τα ριζάφτια του πεζουλιού που μονολογώντας ονόμασε « μεριά για το προσάναμα».

Σημασία καμία δεν μου έδινε. Δουλεύοντας τη τέχνη του, ήταν κύριος απόλυτος των πραγμάτων, χαμένος στο κόσμο της λάσπης. Το μόνο που φαινόταν να τον ανησυχεί, ήταν το πώς θα συντονίζει το έργο του, έτσι ώστε το φτυάρι να ανακατεύει εγκαίρως τη λάσπη για να μη του στεγνώσει, όπως ακριβώς δηλαδή ο ποιητής αναδεύει συνεχώς τις λέξεις στο μυαλό του, προκειμένου να μη του ξεφύγουν οι στίχοι.

Με τις μέρες, συνειδητοποίησα ότι ο χώρος γινόταν πιότερο δικός του παρά δικός μου. Είχα σκεφτεί ορισμένα πράγματα για τη διαμόρφωσή του αλλά μπροστά στη δύναμη που απόπνεε η δουλειά του, οι ιδέες μου εξανεμίσθηκαν, καταλαβαίνοντας ενδόμυχα, ότι καταλάβαινε το τόπο καλύτερα από μένα. Μίκρυνα τρόπο τινά μπροστά του. Τούτος εδώ δεν ήταν τεχνίτης της πόλης. Της συζήτησης και της συμφωνίας και της διαπραγμάτευσης. Τούτος έβλεπε το πράγμα και το ζύγιζε με τη καρδιά. Τη καρδιά του πράγματος εννοώ και όχι με τη δική του, πολύ δε χειρότερα με τη δική μου, που λούμωξε μπροστά στο διάλογό τους.

Υποχώρησα και μη καταλαβαίνοντας καν τις εξαγγελίες του προγράμματος της ημέρας, τις οποίες μου ανακοίνωνε κάθε πρωί, μασώντας τις άκρες των φωνηέντων και μπουσουλώντας πάνω στις συλλαβές, μέχρι να τις φθείρει απολύτως, περιορίστηκα στο να του ψήνω αδιάκοπα καφέδες και να τηλεφωνώ συνεχώς στη μάντρα υλικών, για «καν΄δυο σ΄κια τσιμέντ΄ και δυου-τρι΄ασβέστ’ ».


Το απόγευμα μόνο, αργά, όταν έκρινε ότι το πράγμα μπορούσε να περιμένει για την επομένη, μιλούσε για τα δικά του. Με τα μάτια του να γυαλίζουν από το πυρετό της δουλειάς, τα νύχια καλυμμένα από ένα άσπρο σύννεφο άμμου και το κορμί λίγο γυρτό από το βάρος της ημέρας, σκουπίζοντας συνεχώς το πρόσωπο με την ανάποδη του χεριού του, όπου τον έτρωγε ο ιδρώτας και η σκόνη. Είχε παντρέψει τρεις «αδελφάδ΄ς» με τα χέρια του. Ζούσε με το γέρο του. Η μάνα πεθαμένη από τα μικρά του. Και το όνειρο: να επισκευάσει το καλύβι του. Ολα τα σπίτια του χωριού τα είχε κάνει «καινούρια» και το δικό του έμενε. Ενα δωμάτιο δηλαδή, πλάι σε μια εξωτερική κουζίνα και έναν καμπινέ τούρκικο. Εβλεπε όμως στον κάμπο!


Κάποτε τελείωσε και από μένα. Τα μεροκάματα τα πρόσθεσε μετρώντας στα δάκτυλα τις μέρες, γυρνώντας τα μάτια λίγο ζαβά κατά τον ουρανό, σαν να συνυπολόγιζε κάποιο τόκο στο σύννεφο ή τον αέρα που του επέτρεψαν να δουλέψει, δίχως πολλά μπερδέματα με τη βροχή και την «αναμπουμπούλα», όπως έλεγε τον αγέρα που σήκωνε την άμμο.

Μετά τον έβλεπα στη πλατεία καμιά φορά. Για αρκετά χρόνια. Περίμενε το λεωφορείο για τη Τρίπολη. Ασπρο πουκάμισο. Πλυμένος, ξυρισμένος. Πάντα αλλάζαμε λίγα λόγια. Πήγαινε για χαρτιά. Το τσουζε και λίγο. Δε ξέρω πώς ή μπορεί και να ξέρω, μια φορά χτύπησε μια γυναίκα. «Πήαινε γυρεύοντας», δικαιολογήθηκε ευθαρσώς στο Δικαστή. Μετά από αυτό κάτι έσπασε μέσα του και έπινε πιο πολύ. Συχνά τον μαζεύανε από τη πλατεία φέσι. Στο τέλος, δήλωσε ότι είχε σκοπό να μιλήσει στη πλατεία, αμέσως μετά τον ντόπιο βουλευτή που θα έκανε περιοδεία. Τον μάζεψαν τότε για τα καλά και τον έχωσαν στο ψυχιατρείο με το ζόρι.

Βγήκε μετά από καιρό. Ησυχος και πράος. Μα δε μπορούσε να δουλέψει πια. Τα χαπάκια είχαν ρουφήξει όλη τη δύναμη από τα δυνατά του χέρια. Γυρόφερνε στο χωριό. Στο καφενείο. Εκανε λίγο μαστόρεμα στην αυλή του. Το βράδυ πάλι στη στάση. Τα χαρτιά!

Τις προάλλες, τον ξανα είδα. Καθόμουν στη πλατεία ένα πολύ ήσυχο απόγευμα. Μόλις είχε πάψει μια ψιλή βροχή και είχε ξαναβγεί ήλιος. Η ατμόσφαιρα είχε εκείνη την υγρασία που φέρνει από γύρω μυρωδιές από φρέσκονοτισμένα λουλούδια, ελαφρά τιτιβίσματα πουλιών και βρεγμένο χώμα. Και τότε εμφανίστηκε ο Λιας. Πατώντας περίεργα πάνω στις μεγάλες πλάκες. Πολύ αργά, σχεδόν δοκιμαστικά. Λες δεν λύγιζαν τα γόνατα. Ο κορμός του ήταν άκαμπτος. Λες ήταν απλά μπηγμένος στη λεκάνη. Ο λαιμός του το ίδιο. Λες κρεμόταν ολόκληρος από αόρατα νήματα, σαν μαριονέτα. Με προσπέρασε χωρίς να με δει καθώς νόμισα κι εγώ πάλι ντράπηκα να του μιλήσω.

Πήγε και κάθισε στο καφενείο, διασχίζοντας το δρόμο κι από κει άρχισε να παίζει το κομπολόι του κοιτώντας τα βουνά. Δε κάθισε πολύ. Σε λίγο σηκώθηκε και περνώντας από μπροστά μου για δεύτερη φορά μέσα σε λίγη ώρα δεν άντεξα:
- Βρε Λια, τι......
«κάνεις,» πήγα να πω.
- Δαγκώνει απόψε η υγρασία, μου απάντησε. Βάλε φωτιά.
Και έφυγε.




Την ιστορία τούτη την γράφω για διπλή φορά. Τούτο και μόνο μου δείχνει το πόσο με τάραξε τούτος ο άνθρωπος. Μέσα μου συγκρατώ δυο εικόνες του. Τη μια να γυροφέρνει την αυλή μου από άκρη σε άκρη παντοδύναμος και την άλλη καθώς τον είδα να γέρνει γλυκά στη πλατεία του χωριού μου. Είναι εικόνες αντίθετες που αντιπαλεύουν και μου δημιουργούν πικρία και σύγχυση και απορία μεγάλη. Κάθε φορά που ανάβω το φούρνο συγκρούονται και με παιδεύουν. Κάθε που μπαίνω στη καλύβα να αποθέσω ένα πράγμα ή να πάρω τη ψαλίδα να κλαδέψω τα φυτά που φυτρώνουν ολούθε στο κήπο, το καθένα κατά τη τύχη του και το ριζικό του, φυτρώνουν οι βράχοι από τις γωνιές της μνήμης μου. Τους έσπασε ο Λιας βαρώντας τρεις μέρες με το « κομπρεσέρι» του – μου έκανε χώρο ο Λιας, μου έκανε χώρο να δω πράγματα- και φοβούμαι πολύ μια τρίτη εικόνα, μήπως και έλθει να αναπαυτεί δίπλα στις άλλες δυο. Που θα γιγαντώσει το ερώτημα. Μου έκανε χώρο ο Λιας σπάζοντας τις αυταπάτες μου άλλα τουτουνού ποιος του έκανε χώρο να δει άλλο πράγμα εκτός από το μυστρί του; Που λάξευσε τόσο τέλεια τη σκέψη μου.

Τι έδωσε η ζωή στον ίδιο;

Τρίτη, Απριλίου 11, 2006

Κισσος-β.














β


Μετά κάθισα κάτω. Πάνω στα φύλλα του. Παρατήρησα ότι ήταν ελαφρά ιδρωμένα σαν στρατιώτες που έπεσαν με τρόμο πάνω στο πεδίο της μάχης. Η ψαλίδα μου ήταν πεταμένη πάνω σε ένα μικρό κουκούγιερο, το σκερπανάκι παρατημένο πάνω στο σαμάρι, τα γάντια ορθάνοιχτα κοίταζαν τον ουρανό. Οι παλάμες τους είχαν βαφτεί σκούρες καφετιές με μαύρες ραβδώσεις. Τον είχα ταρακουνήσει τόσο δυνατά προσπαθώντας να ξεπαστρέψω το κορμάκι του, που είχαν αφήσει κει πάνω τα ίχνη τους τα πιο γερά του πιασίματα, οι αρτηρίες του. Είχα «φάει» πρώτα τα φύλλα και μετά σαν αποκαλύφθηκε ο κορμός, τον έπιασα με τις χούφτες από δυο γερά κλωνιά και σείοντας με δύναμη το δυνατό πλέγμα από τα χιλιάδες ριζίδια, τον είχα φέρει όλο κάτω με μιας, σηκώνοντας ένα σύννεφο σκόνης που μου έφερε βήχα.

Μετά από όλες εκείνες τις υπόκωφες φωνές, όταν σωριάστηκε έτσι μόνο μιας στα πόδια μου ξεψυχώντας, τίποτα δε σάλεψε γύρω. Ο γαϊδαράκος μυστηριωδώς είχε εξαφανιστεί, οι κουρούνες άφαντες. Ως και ο γάτος σηκώθηκε βαριεστημένος σα να ήξερε το τέλος της παράστασης και αποχώρησε αθόρυβος πάνω στις άσπρες πατούσες του. Έμεινα μόνη με το κισσό, τα σκόρπια του φύλλα γύρω μου, πάνω στα ρούχα, τα μαλλιά μου. Ο ουρανός ήταν μαβής τώρα, σα να ρχότανε από μακριά βροχή και με την άκρη του ματιού μου, είδα έναν τεράστιο μέρμηγκα να σέρνει με όλη του τη δύναμη ένα δεκαπλάσιο σε μέγεθος φρυγανισμένο φύλλο κατά τη καλύβα του.

Καλά τα καταφέραμε, είπα απευθυνόμενη στη Μάντρα.. Μόνο που εσύ κακομοίρα δεν έκανες τίποτα. Ούλα εγώ τα έκανα, ξαναείπα μιμούμενη τη τοπική προφορά. Δε μίλησε. Τη κοίταξα καλά τεντώνοντας τα αυτιά, μπας και πιάσω κανένα ψίθυρο αλλά τίποτα. Φαινόταν άχαρη, έτσι ξεγυμνωμένη. Γκρίζα, ταλαιπωρημένη, με τις πέτρες της φαγωμένες μεριά-μεριά σαν πανάσχημη γριά. Τόσα χρόνια με το πράσινο φόρεμα υπήρχε μόνο σαν υποψία, προβάλλοντας πού και πού κανένα αγκωνάρι κατά βούληση και τώρα ολόγυμνη, τρεμοκουκούριζε κάτω από το βλέμμα μου που την περιεργαζόταν με προσοχή. Σα να ντρεπότανε που έγινε ο χαλασμός του κισσού για χάρη της μα σα να το άξιζε κιόλας αυτό το ξεκουκούλωμα, την αναπνοή που βαστούσε τόσα χρόνια. Κι έστεκε εκεί διστακτική και αμίλητη.

Και δεν είσαι μόνο εσύ, συνέχισα μη λαμβάνοντας καμιά απάντηση. Στο κάτω- κάτω κάνε ό,τι νομίζεις από δω και πέρα. Αύριο θα χαλάσω τα κλωνάρια της Μυγδαλιάς που αμόλησαν κατά τη καλύβα. Τα Χορτάρια έχουν σειρά, οι Τσουκνίδες, οι Ακακίες που εμποδίζουν το άνοιγμα στο στάβλο, τα Βρύα και οι Γλιτσίνες ολούθε. Ένας ολόκληρος κόσμος που οργιάζει γύρω μου ολοζώντανος, χαλώντας την αισθητική μου και τη τάξη μου. Πρέπει να τον φέρω βόλτα με το πριόνι μου, την αξίνα , το στειλιάρι. Τι να σου κάνουν πια δυο χέρια άμαθα της πόλης;;

Είπα χέρια και τα θυμήθηκα. Τα κοίταξα σαν ξένα χέρια. Χέρια της πόλης που είχαν γίνει χωριάτικα. Οι άκρες είχαν μαζέψει γύρω από τα νύχια χώμα, ανάμεσα στον αντίχειρα και το δείκτη είχε σχηματιστεί μια μικρή φουσκάλα από τη λαβή της ψαλίδας και οι κόμποι των δακτύλων πονούσαν.

Θυμήθηκα τα χέρια της Σουρεκλεμέ. Με τα ίδια χέρια έσκαβε, ζύμωνε, έσφαζε και έπλεκε στον αργαλειό. Ήταν χέρια εργαλεία. Τα πράγματα μεταμορφώνονταν μέσα στα χέρια της κι όμως δε νομίζω ότι της είχε περάσει τίποτα τέτοιο από το νου. Εννοώ καμιά σημασία δεν τους έδινε. Λειτουργούσε έτσι από φυσικού της, όπως εμείς περπατούμε πάνω στα πόδια μας χωρίς να φανταζόμαστε ότι θα μπορούσε να γίνει αλλιώς ή όπως βλέπουμε με τα μάτια μας και ακούμε με τα αυτιά μας. Αλλά τα χέρια μας δεν προορίζονται πια για τίποτα. Τα έχουμε για ελαφρές εργασίες, ανώδυνες. Λειτουργούν πια σαν μεσάζοντες, σαν μεταπράτες. Σηκώνουμε το τηλέφωνο. Πατάμε κουμπιά. Χέρια της πόλης, πάλλευκα, απαλά με ολοκάθαρα περιποιημένα νύχια. Χέρια που αντιπροσωπεύουν τη σχέση μας με τα πράγματα. Μια θεώρηση της ζωής τόσο απόμακρη από τη ζωή. Ενώ τα χέρια εκείνης βάφονταν από το αίμα του κόκορα, γέμιζαν τα νύχια ζυμάρι, όταν όργωνε χώμα, τα ακροδάκτυλα δούλευαν με το υφάδι και το στημόνι. Ζωντανά χέρια. Αγριωπά. Ανταπέδιδαν τα ίσα στη φύση και αναμετριόντουσαν με τη ζωή και το θάνατο από το πρώτο φως μέχρι τη δύση. Τη νύχτα μόνο ξεκουράζονταν μέσα στα σεντόνια που είχαν τα ίδια υφάνει.

Όλα τούτα δεν είχαν καμιά σημασία για τη Σουρεκλεμέ. Απολύτως καμία. Δεν υπήρχαν όλα τούτα τα ερωτηματικά. Κισσός δεν υπήρχε. Μάντρα δεν υπήρχε. Ξερολιθιά ήταν. Τη γκρέμιζε ο καιρός, την έστηνε πάλι. Πρόχειρα με τα χέρια. Χορτάρι δεν υπήρχε, το αφάνιζαν οι κατσίκες. Παρά κει το κοτέτσι, ο στάβλος. Κουτσουλιές, καβαλίνες ένα πράγμα με το χώμα. Τσιμέντο πουθενά. Τα σπίτια κτισμένα με πέτρα. Από πάνω πρόχειρα ριγμένο ένα κεραμίδι. Λες και ήταν βιαστικό κατάλυμα τα σπίτια για μια σύντομη παραμονή. Τα δωμάτια λιτά. Στο τοίχο ένα καρφί για τα ρούχα. Ρούχα αληθινά που έντυναν το κορμί. Το προφύλαγαν από τον Αλωνάρη, τον Θεριστή. Δεν ήταν ρούχα καλλωπιστικά, της επίδειξης. Ήταν ρούχα εργαλεία και αυτά, προέκταση του κορμιού που ήταν και αυτό ολόκληρο ένα εργαλείο ενάντια στη φύση.

Άλλοι άνθρωποι, άλλα σπίτια, άλλα ρούχα, άλλη ζωή. Γύρισα και κοίταξα τη Μάντρα. Δε μιλάς κι εσύ, της είπα διστακτικά. Τι στέκεσαι έτσι βωβή; Πες μου καλά έκανα και σε αποκάλυψα; Πού σε άφησα έτσι γυμνή μέσα σε ένα ξένο κόσμο. Με άλλους ανθρώπους, άλλα ρούχα, άλλη ζωή;

Καμιά απόκριση. Μόνο να με κοιτά έτσι με τις πέτρες της, τόπους- τόπους πιο σκούρες σα βουρκωμένα μάτια. Κι από πάνω το ίδιο βουρκωμένος ο Ουρανός να αφήνει να περνά θαμπό το φως μέσα σε ένα καινούργιο κόσμο.

Σηκώθηκα αποκαμωμένη και τράβηξα κατά το σπίτι. Κάτω από τα ελαφρά παπούτσια μου έσπασαν σιγανά μερικά ξερά φύλλα από το χαλασμένο κισσό. Αντήχησαν βαθιά μέσα μου σα επωδός ενός άδικου, μάταιου φονικού.

Δευτέρα, Απριλίου 10, 2006

Ο Κισσός.






Ούτε κι εγώ δε ξέρω πώς φύτρωσε. Ίσως από αυτούς τους αέρηδες που πιάνουν κάθε χρόνο, νωρίς το Μάρτη. Φσουτττττ από τις χαραμάδες, τις τρύπες ολούθε στην αυλή, τις σκουληκο μερμηγκότρυπες, τις σκοτεινές κρύπτες των ασβών και πάλι έξω, πάνω από τα χορτάρια, τα τρυφερά κεφάλια των βλαστών. Κλέβει ο αγέρας, γυρνοβολά στις ανασαιμιές της πλάσης και νά σου τον! Σκαρφαλωμένος στη ξερολιθιά τώρα! Να περιπλέκεται σαν κουτσομπόλα γυναίκα στο σαμάρι της! Να ανεβοκατεβαίνει τον πυράκανθο, να τραβά κάτω, κατά τις πέτρες. Και να χώνει τελικά τις ρίζες του παντού. Αθόρυβος. Κάτω από τις μυγδαλιές. Τον κορμούς τους. Τα κλαριά, καλύπτοντας ζηλιάρικα τα «μάτια» απ όπου θα έσκαγαν οι καινούργιοι κλώνοι.

Τι ήθελε και φώναζε έτσι; Γύρω, ψυχή ανθρώπου πουθενά! Τίποτις. Μόνο τα ζωντανά: ένας γαϊδαράκος που πρόβαλε τη μουσούδα του από του γείτονα μασουλώντας μια περικοκλάδα, κότες και κάτι καρακάξες που παρατηρούσαν επιφυλακτικές από τα κεραμίδια της σκεπής.

Αμ δε! Θα σε ξηλώσω, σκέφτηκα Είσαι θρασύτατος να σέρνεσαι έτσι προβάλλοντας την παντοδυναμία σου πάνω στα ακίνητα πράγματα. Πέτρες, λιθάρια βούληση δεν έχουν. Και κάνεις πάνω τους τη φιγούρα σου, καημένε! Τόσο ξεδιαντροπιάστηκες πια που βαλες στο μάτι και την αμυγδαλιά.

Κατέβηκα αποφασιστικά τη μικρή κατηφοράδα, πήκτρα στο χαμομήλι και ξεχώνιασα από τη παλιά κασέλα του πατέρα τα σύνεργα για το χαλασμό του: γάντια για τα σκορπίδια, ψαλίδα, ένα μικρό σκερπανάκι και μια αυτοσχέδια σκαλίτσα με τρία σκαλιά μόνο, καρφωμένα με πρόκα σε δυο κάθετα ξύλα, αρκετά στέρεα όπως μου φάνηκαν.

Την έστησα κόντρα στη ραχοκοκαλιά της κι άρχισα. Κλαρί και ψαλιδιά. Ψαλιδιά και βογκητό ο κισσός. Μπορεί και να μου φάνηκε. Και γιατί όχι; Ζωντανό πράγμα δεν είναι; Πώς δεν είναι αφού από δική του βούληση τραβά δεξιά- ζερβά και απλώνεται κατά πώς θέλουν οι χυμοί και οι μυστικές προσταγές της φύσης του. Ενώ η μάντρα ακίνητη! Πόσα χρόνια τώρα; Μικρό παιδί ήμουνα. Χαράχτηκε όμως στη μνήμη μου όλη εκείνη η αναμπουμπούλα με τα μαστόρια, τις λακκούβες, το χαρμάνι που «γύριζε» ένας πιτσιρικάς- θυμάμαι πώς έφτυνε τις χούφτες του και πώς χειριζόταν σαν φτερό το φτυάρι- φλάπ- φλάπ και δώστου νερό με τον τενεκέ κι απ εκεί στο καρότσι, τη πήγαινε σβέλτα στον μάστορα με το μυστρί κι ετούτος τα έβαζε τα λιθάρια το να πάνω στο άλλο, παράχωνε και κανένα κεραμίδι ...τρεις- τέσσερις μέρες δε ξέρω πόσο, θαρρώ κράτησε έναν αιώνα μα όταν τέλειωσε ήταν ένα θάμα αρχιτεκτονικής που έμελλε να θυμίζει μια εποχή, ένα σύνορο από το δρόμο αλλά και από τους χειρώνακτες της πέτρας...

Κι έμεινε εκεί αλώβητη. Εκτός από κανά δυο απώλειες από κάποια ατσούμπαλα παρκαρίσματα ανίδεων οδηγών και κανά δυο ραγίσματα που της κατάφερε ο πάγος, στέκει κει περηφανής σα γηραιά κυρία παρατηρώντας του πεζούς που εναλλάσσουν τα χρόνια. Πρώτα έβλεπε λιγνές γερόντισσες, κουκουλωμένες έως τα χείλη με τσεμπέρια. Τραβάνε διστακτικά κατά τον κατήφορο κρατώντας κανά κερί για καμιά κηδεία. Μετά λιγόστεψαν. Σπάνια περνούν και μοιάζουν τόσο παράταιρες να ακουμπούν οι σκιές τους πάνω στα ανακαινισμένα σπίτια. Οι άνθρωποι τα «έφτιαξαν». Τα αρμολόγησαν στη προσπάθειά τους να ζωντανέψουν το παρελθόν μα το χέρι τούτο φαντάζει ψεύτικο πάνω τους. Γκρέμισαν τα παλιά μπαλκονάκια με τις χειροποίητες σιδεριές για να ρίξουν «ταράτσες», να έχουν θέα. Η μάντρα εκεί. Να παρατηρεί μέσα από τις τρύπες της. Και τώρα τούτος, ο κισσός, σα να θέλει να της στερήσει και αυτή τη στερνή παρηγοριά: να στέκει εκεί ακάλυπτη, γυμνή μπροστά σε τόσα φτιασίδια ανθρώπων και οικιών και λαμπτήρων και καλλωπιστικών φυτών. Δε ξέρω μπορεί και να τη λυπήθηκε κιόλας. Να θέλει να βάλει τις παλάμες του φιλεύσπλαχνα γύρω από τα μάτια της. Να μη βλέπει τις αλλαγές. Να μη νογάει το πόνο του κεραμιδιού, της ώχρας, του λιθαριού. Κι είναι κι εκείνο το απέραντο μενεξεδί του τοίχου της πέρας καλύβας, δίπλα στο χάλασμα .....Όλα τούτα συνεννογιούνται με τα χρώματα και τις καμπύλες και τις μερμηγκοφαγωμένες γωνίες τους και το αποφασίζουν βαθιά μέσα τους τις νύχτες, ότι άλλη αυγή δεν θέλουν να ρίξει τις ηλιαχτίδες της πάνω τους αλλά αυτή πάντα έρχεται σκληρόκαρδη, παιγνιδίζοντας, να τα παραδώσει σε μια καινούργια μέρα. Κι άλλη. Κι άλλη κι άλλη. Και αυτά ακίνητα; Ναι, άβουλα να παρατηρούν μιαν ατέρμονα αλλαγή. Καλπάζουσα, ασθμαίνουσα, σύγχρονη, αστραφτερή; Ναι, αστραφτερή.

Συνέχισα έτσι για ώρα να κόβω τα κλαριά, να τραβώ με μανία τις ρίζες από τα σπλάχνα της. Γέμισε ο τόπος λαβωμένα φύλλα. Τα πήρε ο αγέρας και τα στροβίλισε τον κατήφορο κλαυθμηρίζοντας. Ο γάτος στη μάντρα, κατάμαυρος γύρισε τα μάτια του με απορία. Ψηλά από το πατζούρι πρόβαλε ο γερο-Φώτης και σε λίγο τον είδα να σέρνει τις παντόφλες του κατά το κεφάλι της μάντρας στηριγμένος στο μπαστούνι του. Δε ξέρω τι ήταν όλοι τούτοι οι θόρυβοι χαμηλά από τα μακρινά της θεμέλια. Σα βογκητά γέροντα μου φάνηκαν που κάλυπταν τις διαμαρτυρίες του νεαρού κισσού. Μπορεί κάτι να μουρμούριζε και ο Φώτης μέσα από τα φαφούτικα ούλα του. Τίποτα δεν άκουσα. Προσποιήθηκα σιωπή και χρατς- χρατς, ανεβοκατέβαζα τη ψαλίδα μου σοβαρή. Ανεπηρέαστη.

Τίποτα πιο ζωντανό από τα ακίνητα πράγματα, τα ανυπεράσπιστα. Που ζητάνε να λυτρωθούν από τα πνιγηρά χάδια, τα σφιχτά αγκαλιάσματα, τα χνώτα της σύγχρονης εποχής πάνω στην ακριβή τους θαμπάδα.....

Πέμπτη, Απριλίου 06, 2006















....για να κρατηθείς στη ζωή με αξιοπρέπεια πρέπει να έχεις ίσως κάτι από το απόλυτο του άσπρου και του μαύρου. Ισως γι αυτό να διάλεξα αυτή τη φωτογραφία για αρχή. Οσες φορές έβαλα χρώματα, χάθηκα μέσα στους άλλους.


Μεγαλώνοντας επιστρέφω λοιπόν στον εαυτό μου. Είναι αλήθεια ότι τα μικρά παιδιά είναι γοητευτικά απόλυτα. Παρόλο που είναι όλο απορίες. Που όλο ρωτούν. Στέκουν σκεφτικά πάνω από την απάντηση που τους έδωσες. Στην ουσία ξέρουν. Ολη μας η ζωή μου φαίνεται μια περιπλάνηση για αυτή την αλήθεια που κατείχαμε μικρά παιδιά. Δε λέω ότι δεν ήταν όμορφη περιπλάνηση, είχε ένα αλισβερίσι εξ ίσου γοητευτικό με τη μοναξιά της παιδικής ηλικίας, είχε θεούς που λάτρεψα, όμως είναι ζεστά εδώ, παρέα με τη Σουρεκλεμέ να μου μιλά από τα βάθη του μυαλού μου. Βγάζει το απόγευμα ένα σκαμνάκι στο σοκάκι, κάθομαι κι εγώ στο πεζούλι δίπλα της κι αρχινά τότε μια συνομιλία για χίλια δυο πράγματα ασήμαντα. Να πω την αλήθεια πιο πολύ και από τούτα που λέει ναρκώνομαι από τις χειρονομίες της, τους μορφασμούς, την ιδιόρρυθμη προφορά και τη σκιά της που κινείται ανασούμπαλα πάνω στον ασβεστωμένο τοίχο, για πότε περνά η ώρα μήτε και το καταλαβαίνω και πέφτω μετά έτσι με τα ρούχα της σκούρα καφετιά μέσα στο νου, πολυκαιρινά, λίγο να μυρίζουν το πράσινο σαπούνι ακόμη στα ρουθούνια μου κι αποκοιμιέμαι χωρίς να θυμούμαι τι είπαμε, μπορεί να ήταν λέω και ονειροφαντασία τούτο το πράγμα και φεύγω σε ένα κόσμο άγνωστο του ύπνου ανάλαφρη, σίγουρη ότι το μόνο πράγμα που άξιζε από τη μέρα μου ήταν το μουρμουρητό της και τα σταυρωμένα της χέρια πάνω στη ντρίλινη ποδιά. Τα δικά μου ποτέ δε στέκουν. Ολο γράφουν πράγματα ανήκουστα...

 
...ευχαριστώ για τον χρόνο σου.