Σάββατο, Απριλίου 15, 2006

Ο Λιάς.
















Είναι μερικοί άνθρωποι που στοιχειώνουν στη μνήμη μας.
Τους φέρνει ξαφνικά η ζωή στο διάβα μας, από ασήμαντη αφορμή και ξεδιπλώνουν μπροστά στα μάτια μας γραμμές του είναι τους τόσο δυνατές, που καταλαβαίνεις ευθύς, ότι χαράζονται μέσα στο μυαλό μας σαν από ξουράφι χαράκτη. Χρατς- χράτς σέρνονται κει, μέσα στο νου, τα λόγια τους, μια χειρονομία τους, η στάση του κορμιού τους, η λαλιά τους..

Καταλαβαίνεις ευθύς τότε, ότι είναι άνθρωποι «μοντέλα», κάτι σαν «οδηγοί» της ανθρώπινης μοίρας και σε πιάνει ένα τρέμουλο παρατηρώντας τους, σα να βρίσκεσαι μπροστά σε μια πόρτα μυστική που θα σου αποκαλύψει κάποιο μυστήρια.

Αυτούς τους ανθρώπους τους κουβαλώ παρέα με τον εαυτό μου. Αδύνατον να τους αφήσω πίσω. Ολοένα ξεπετάγονται οι μορφές τους μπροστά μου και δε ξέρω από ποια σύμπτωση της ζωής, με παρακολουθούν κι αυτοί, γιατί ολοένα προστίθενται στη γνωριμία μας νέες πληροφορίες. Που συμπληρώνουν το αρχικό προφίλ, σα να έχει αποφασίσει κάποιος, μέσα από αυτούς να συμπληρωθεί το παζλ της δικής μου ζωής, της δικής μου αλήθειας για τα πράγματα.

Τέτοιος άνθρωπος είναι ο Λιας .
Ο Λιας είναι ασήμαντο πρόσωπο για τους πολλούς. Φτωχός, μεροκαματιάρης άνθρωπος, με χέρια σαν τσάπες, όλο τσιμέντα.

Δε ξέρω πώς έγινε και σμίξανε οι δρόμοι μας, τέτοιες λεπτομέρειες συνήθως σβήνονται, όταν η επαφή με τον άλλον είναι τόσο καθηλωτική. Γεγονός είναι ότι εμφανίστηκε να κάνει μερικές επισκευές στο πατρικό σπίτι στο χωριό, όταν κινδύνευε να γίνει πια χάλασμα. Με το μάτι του ανθρώπου που εκπέμπει σήμα κινδύνου, όταν βλέπει αυτό που αγαπά να χάνεται, τον είδα θεόρατο να ροβολά τη κατηφορίτσα που έβγαζε στην αυλή και αμέσως τον εμπιστεύτηκα . Οπως θα εμπιστευόμουν ένα γιατρό ολομόναχη στο προσκέφαλο ενός ετοιμοθάνατου. Ακόμα πιο πολύ, ένιωσα ότι οι γερμένοι τοίχοι και τα ντουβάρια τον εμπιστεύτηκαν και δεν είχα λόγο να αντιτείνω στην επιλογή τους.

Και άρχισε ο Λιας να δίνει τη μάχη του με το χρόνο, το βράχο, τη πέτρα. Αγώνας τιτάνων. Οι μεν με τον όγκο τους και ο Λιας με το μυστρί και το κασμά. Χαλασμός όπου τον καλούσε η φθορά, εξοπλισμένος με το βαρύ κασετόφωνο, τη μπάσα φωνή του να συνοδεύει τα βαριά λαϊκά της αρεσκείας του και τις χερούκλες του. Θεριό που έχυνε το τσιμέντο, ανακάτευε τον ασβέστη, δούλευε το μυστρί και ξήλωνε με το κομπρεσέρ το βράχο της καλύβας, προκειμένου να διαμορφώσει αποθήκη. Τη δουλειά την έφερνε κατά πώς ήθελε, ανάλογα τα κέφια του καιρού και τα δικά του. Οταν έπιασε να επισκευάζει το φούρνο της γιαγιάς- ένα παλιό φούρνο που λίγο έλειψε να χαλάσει ο πατέρας, γιατί του εφάνει πεσμένος στο κέντρο του, έπιασε βροχή, εξόν ότι η ανεμοζάλη της δουλειάς τον είχε φέρει πάνω στη Μ. Παρασκευή. Αυτός απτόητος. Με μια νάιλον σακούλα στο κεφάλι από άμμο θαλάσσης και το κασετόφωνο στο τέρμα προς φρίκη ολάκερης της γειτονιάς, τράβηξε μια αριστουργηματική καμπύλη με τη άκρη του μυστριού του πάνω στη φρεσκο ριγμένη λάσπη, μεταμορφώνοντας τον παλιό χωριάτικο φούρνο σε κομψοτέχνημα.. Αγγίζοντας με μαεστρία τις άκρες, τις καμπύλωσε γλυκά προς τα κάτω, ίσα να αγγίζουν τα ριζάφτια του πεζουλιού που μονολογώντας ονόμασε « μεριά για το προσάναμα».

Σημασία καμία δεν μου έδινε. Δουλεύοντας τη τέχνη του, ήταν κύριος απόλυτος των πραγμάτων, χαμένος στο κόσμο της λάσπης. Το μόνο που φαινόταν να τον ανησυχεί, ήταν το πώς θα συντονίζει το έργο του, έτσι ώστε το φτυάρι να ανακατεύει εγκαίρως τη λάσπη για να μη του στεγνώσει, όπως ακριβώς δηλαδή ο ποιητής αναδεύει συνεχώς τις λέξεις στο μυαλό του, προκειμένου να μη του ξεφύγουν οι στίχοι.

Με τις μέρες, συνειδητοποίησα ότι ο χώρος γινόταν πιότερο δικός του παρά δικός μου. Είχα σκεφτεί ορισμένα πράγματα για τη διαμόρφωσή του αλλά μπροστά στη δύναμη που απόπνεε η δουλειά του, οι ιδέες μου εξανεμίσθηκαν, καταλαβαίνοντας ενδόμυχα, ότι καταλάβαινε το τόπο καλύτερα από μένα. Μίκρυνα τρόπο τινά μπροστά του. Τούτος εδώ δεν ήταν τεχνίτης της πόλης. Της συζήτησης και της συμφωνίας και της διαπραγμάτευσης. Τούτος έβλεπε το πράγμα και το ζύγιζε με τη καρδιά. Τη καρδιά του πράγματος εννοώ και όχι με τη δική του, πολύ δε χειρότερα με τη δική μου, που λούμωξε μπροστά στο διάλογό τους.

Υποχώρησα και μη καταλαβαίνοντας καν τις εξαγγελίες του προγράμματος της ημέρας, τις οποίες μου ανακοίνωνε κάθε πρωί, μασώντας τις άκρες των φωνηέντων και μπουσουλώντας πάνω στις συλλαβές, μέχρι να τις φθείρει απολύτως, περιορίστηκα στο να του ψήνω αδιάκοπα καφέδες και να τηλεφωνώ συνεχώς στη μάντρα υλικών, για «καν΄δυο σ΄κια τσιμέντ΄ και δυου-τρι΄ασβέστ’ ».


Το απόγευμα μόνο, αργά, όταν έκρινε ότι το πράγμα μπορούσε να περιμένει για την επομένη, μιλούσε για τα δικά του. Με τα μάτια του να γυαλίζουν από το πυρετό της δουλειάς, τα νύχια καλυμμένα από ένα άσπρο σύννεφο άμμου και το κορμί λίγο γυρτό από το βάρος της ημέρας, σκουπίζοντας συνεχώς το πρόσωπο με την ανάποδη του χεριού του, όπου τον έτρωγε ο ιδρώτας και η σκόνη. Είχε παντρέψει τρεις «αδελφάδ΄ς» με τα χέρια του. Ζούσε με το γέρο του. Η μάνα πεθαμένη από τα μικρά του. Και το όνειρο: να επισκευάσει το καλύβι του. Ολα τα σπίτια του χωριού τα είχε κάνει «καινούρια» και το δικό του έμενε. Ενα δωμάτιο δηλαδή, πλάι σε μια εξωτερική κουζίνα και έναν καμπινέ τούρκικο. Εβλεπε όμως στον κάμπο!


Κάποτε τελείωσε και από μένα. Τα μεροκάματα τα πρόσθεσε μετρώντας στα δάκτυλα τις μέρες, γυρνώντας τα μάτια λίγο ζαβά κατά τον ουρανό, σαν να συνυπολόγιζε κάποιο τόκο στο σύννεφο ή τον αέρα που του επέτρεψαν να δουλέψει, δίχως πολλά μπερδέματα με τη βροχή και την «αναμπουμπούλα», όπως έλεγε τον αγέρα που σήκωνε την άμμο.

Μετά τον έβλεπα στη πλατεία καμιά φορά. Για αρκετά χρόνια. Περίμενε το λεωφορείο για τη Τρίπολη. Ασπρο πουκάμισο. Πλυμένος, ξυρισμένος. Πάντα αλλάζαμε λίγα λόγια. Πήγαινε για χαρτιά. Το τσουζε και λίγο. Δε ξέρω πώς ή μπορεί και να ξέρω, μια φορά χτύπησε μια γυναίκα. «Πήαινε γυρεύοντας», δικαιολογήθηκε ευθαρσώς στο Δικαστή. Μετά από αυτό κάτι έσπασε μέσα του και έπινε πιο πολύ. Συχνά τον μαζεύανε από τη πλατεία φέσι. Στο τέλος, δήλωσε ότι είχε σκοπό να μιλήσει στη πλατεία, αμέσως μετά τον ντόπιο βουλευτή που θα έκανε περιοδεία. Τον μάζεψαν τότε για τα καλά και τον έχωσαν στο ψυχιατρείο με το ζόρι.

Βγήκε μετά από καιρό. Ησυχος και πράος. Μα δε μπορούσε να δουλέψει πια. Τα χαπάκια είχαν ρουφήξει όλη τη δύναμη από τα δυνατά του χέρια. Γυρόφερνε στο χωριό. Στο καφενείο. Εκανε λίγο μαστόρεμα στην αυλή του. Το βράδυ πάλι στη στάση. Τα χαρτιά!

Τις προάλλες, τον ξανα είδα. Καθόμουν στη πλατεία ένα πολύ ήσυχο απόγευμα. Μόλις είχε πάψει μια ψιλή βροχή και είχε ξαναβγεί ήλιος. Η ατμόσφαιρα είχε εκείνη την υγρασία που φέρνει από γύρω μυρωδιές από φρέσκονοτισμένα λουλούδια, ελαφρά τιτιβίσματα πουλιών και βρεγμένο χώμα. Και τότε εμφανίστηκε ο Λιας. Πατώντας περίεργα πάνω στις μεγάλες πλάκες. Πολύ αργά, σχεδόν δοκιμαστικά. Λες δεν λύγιζαν τα γόνατα. Ο κορμός του ήταν άκαμπτος. Λες ήταν απλά μπηγμένος στη λεκάνη. Ο λαιμός του το ίδιο. Λες κρεμόταν ολόκληρος από αόρατα νήματα, σαν μαριονέτα. Με προσπέρασε χωρίς να με δει καθώς νόμισα κι εγώ πάλι ντράπηκα να του μιλήσω.

Πήγε και κάθισε στο καφενείο, διασχίζοντας το δρόμο κι από κει άρχισε να παίζει το κομπολόι του κοιτώντας τα βουνά. Δε κάθισε πολύ. Σε λίγο σηκώθηκε και περνώντας από μπροστά μου για δεύτερη φορά μέσα σε λίγη ώρα δεν άντεξα:
- Βρε Λια, τι......
«κάνεις,» πήγα να πω.
- Δαγκώνει απόψε η υγρασία, μου απάντησε. Βάλε φωτιά.
Και έφυγε.




Την ιστορία τούτη την γράφω για διπλή φορά. Τούτο και μόνο μου δείχνει το πόσο με τάραξε τούτος ο άνθρωπος. Μέσα μου συγκρατώ δυο εικόνες του. Τη μια να γυροφέρνει την αυλή μου από άκρη σε άκρη παντοδύναμος και την άλλη καθώς τον είδα να γέρνει γλυκά στη πλατεία του χωριού μου. Είναι εικόνες αντίθετες που αντιπαλεύουν και μου δημιουργούν πικρία και σύγχυση και απορία μεγάλη. Κάθε φορά που ανάβω το φούρνο συγκρούονται και με παιδεύουν. Κάθε που μπαίνω στη καλύβα να αποθέσω ένα πράγμα ή να πάρω τη ψαλίδα να κλαδέψω τα φυτά που φυτρώνουν ολούθε στο κήπο, το καθένα κατά τη τύχη του και το ριζικό του, φυτρώνουν οι βράχοι από τις γωνιές της μνήμης μου. Τους έσπασε ο Λιας βαρώντας τρεις μέρες με το « κομπρεσέρι» του – μου έκανε χώρο ο Λιας, μου έκανε χώρο να δω πράγματα- και φοβούμαι πολύ μια τρίτη εικόνα, μήπως και έλθει να αναπαυτεί δίπλα στις άλλες δυο. Που θα γιγαντώσει το ερώτημα. Μου έκανε χώρο ο Λιας σπάζοντας τις αυταπάτες μου άλλα τουτουνού ποιος του έκανε χώρο να δει άλλο πράγμα εκτός από το μυστρί του; Που λάξευσε τόσο τέλεια τη σκέψη μου.

Τι έδωσε η ζωή στον ίδιο;

5 σχόλια:

  1. Πολύ όμορφη η ιστορία σου, θέλω να σου πω, κι ακούγεται τόσο οξύμωρο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Aνατρίχιασα στο σημείο που σου μιλά κι όμως είναι σα να μη σε βλέπει.Το δίνεις γλυκά όπως του πρέπει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σας ευχαριστώ πολύ και τις δύο...είναι πρόσφατη ιστορία και γύριζε συνεχώς στο μυαλό μου τις μέρες που είχα κατέβει στο χωριό. Μετά την κουβάλησα κι εδώ και όπως έγραψα, δε θέλω με τίποτα να την δω να "κλείνει" από τον Λια...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Τι έδωσε η ζωή στον ίδιο;

    Το διάβασα πολλές φορές Ντιάνα
    Και θα μου επιτρέψεις μια «τοποθέτηση»

    Ξέρεις να μεταδίδεις ύφος, ρυθμούς, μυρωδιές, κλίματα, καταστάσεις ολοζώντανα.

    Μα συνάμα πιάνεις τον άνθρωπο που σκέφτεται άγρυπνα κάτω και πίσω απ' όλα αυτά.
    Και ξέρεις να γράφεις. Ξέρεις να με ταξιδέψεις και πάλι , όσο ασήμαντη και να 'ναι η αφορμή.

    Ξέρεις να μη σ' αφήσεις ν' αναρωτηθώ «πού πάω;»

    Κάθε ιστορία σου είναι και μια αλλαγή σκηνικού καλοδεχούμενη -μολονότι τις περισσότερες φορές δεν νοιάζεσαι να δώσεις και το τέλος.

    Ούτε όταν πλάθεις έναν μύθο ακολουθείς αναγκαία κάποια κορύφωση.
    Θα 'λεγα πως ενδιαφέρεσαι μόνο για τις αρχές.
    Συχνά αισθάνομαι πως μ' εγκαταλείπεις, με μια βαλίτσα, σ' έναν δρόμο μιας άγνωστής πόλης, χωρίς να σκοτίζομαι πώς θα συνεχίσω το ταξίδι...
    Τη λύση της περιπέτειας την αφήνεις σχεδόν πάντα στον αναγνώστη να τη βρει ή να τη φανταστεί...

    ΥΓ. Και εγώ επίσης σαν «περιπλανώμενος» που δεν θηρεύω δόξα λογοτεχνική θέλω μερικές φορές να πετάξω τις «αναμνήσεις» μου, όπως τις έχω γραμμένες , σ' έναν κάδο απορριμμάτων μιας ερημικής προκυμαίας της Κορέας , σαν για ν' αλαφρύνω τις αποσκευές μου για το επόμενο ταξίδι.

    Κι ενώ ήδη φεύγω προς άγραν νέων αναμνήσεων, ξανατρέχω μετανιωμένος να προλάβω μια απότομη ριπή του ανέμου, που 'χε αρπάξει κιόλας τα πρώτα φύλλα και τα στροβιλίζει, και τα ξαναπιάνω μισοτσαλακωμένα.
    Να σαν το πιο κάτω το χειρόγραφο ακέφαλο και κολοβωμένο, που ξαναβρήκα στον Αρχάγγελο της Σύμης.

    Ο πρόλογός του χαρακτηριστικός: «...αφού δεν έχεις σπίτι μπορείς να ζήσεις παντού! Είμαστε λοιπόν ταξιδιώτες! Και ο ταξιδιώτης αλλάζει τον κόσμο με το βλέμμα του γιατί δεν έχει μνήμη και δεν ξέρει την ιστορία των τόπων που περνά. Αφού η ιστορία χάνεται, ο ταξιδιώτης μπορεί να φτιάξει άλλες... 'Η μπορούμε να επιφορτίσουμε τον εαυτό μας με ένα άλλο καθήκον. Να βρούμε τη χαμένη ιστορία των τόπων που διαβαίνουμε. Αυτή που μέρα με τη μέρα θάβεται όλο και πιο βαθιά...».

    Κι αν ο «πρόλογος» αυτός δεν βρίσκεται στην αρχή, αλλά στη σελίδα 4567 , άλλος δεν φταίει παρά η ριπή εκείνη που σκόρπισε τα φύλλα.

    Τελικά πιστεύω ότι καλύτερη είναι η σειρά του ανέμου γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσα να βρω τα -ούτως ή άλλως- «άτακτα» κείμενά μου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Α! κατεργάρη! Ωστε το διάβασες!Κι έτσι έμαθες το οικογενειακό μας κουσούρι:)

    Ναι, είναι αλήθεια, Μέρμηγκα, δε νοιάζομαι να φέρω τις ιστορίες μου σε μια κορύφωση.Βλέπεις εκείνο που με ωθεί να γράψω κάτι είναι ένα είδος "αγκίστρι" σαν το αγκάθι του πυράκανθου που ενώ πάω να φύγω το νιώθω να με έχει αρπάξει από τη μπλούζα. Και κάνω να τραβήξω μπροστά κι εκείνο με κρατά πίσω. Πάω μπρος, τίποτα. Και τότε καταλαβαίνω ότι για να ξαγκιστρωθώ πρέπει να πιάσω το αγκάθι με το μολύβι μου και να το περάσω πάνω από τις κόλλες.

    Κι έτσι Μέρμηγκα δε λογίζομαι για συγγραφέας αλλά για κατα-γραφέας:) Παρατηρητής.Πώς να στο πω....είναι μερικά πράγματα ή μερικοί άνθρωποι που μου τραβούν το ενδιαφέρον. Τους ακολουθώ τότε από κοντά σαν ντεντέκτιβ. Κατά πόδας! Ωσπου να καταλάβω τι γίνεται με αυτούς. Κι όταν πάρω το υλικό που θα μπορούσε να φτιάξει μια ιστορία με πλοκή, δράση, κορύφωση και λύση, τότε....όπως το λες εγκαταλείπω.

    Υπάρχουν τόσες καταστάσεις, τόσες ιστορίες που θα μπορούσαν να γεννηθούν κι όμως δεν ενδιαφέρομαι να πλέξω καμία συνδυάζοντας το δυναμικό όλων αυτών των χαρακτήρων. Γιατί εκείνο που μου προκαλεί δέος δεν είναι τόσο ο συνδυασμός τους ( κάτι τελεσίδικο επομένως, ένας κλειστός κόσμος) αλλά αυτή η μαγεία από τους άπειρους συνδυασμούς που δε τολμώ να αγγίξω. Τους αφήνω λοιπόν να ταξιδεύουν ατελείς σαν πλανήτες στο στερέωμα της γραφής....ένας ατέλειωτος κόσμος όπου κανείς δεν είναι εξουσιουδοτημένος από κανέναν να πλέξει μια πλοκή....

    Πλοία που διασταυρώνονται πάνω σε μια θάλασσα χαιρετώντας το ένα το άλλο μακρόσυρτα από το μεγάλο φουγάρο τους, γραμμές του τρένου που τρέχουν δίπλα σε αυτοκινητόδρομους. Ταξιδιώτες που χαιρετούν από τα παράθυρα καθώς προσπερνά με ταχύτητα η ανοιχτή Σέβρολετ, κουδουνίσματα από παλιά ποδήλατα που αντηχούν στο νου καθώς τα βλέπεις γερμένα πάνω στο φυτρωμένο φράχτη...κάτι τέτοιο θέλω να είναι οι ιστορίες μου, γιατί αυτή είναι και η αντίληψή μου για τη σχέση των πραγμάτων ετούτου δω του κόσμου ....και ποιος νοιάζεται για τίτλους συγγραφέα αν εκεί βρίσκει κανείς την ελάχιστη ανακούφιση που δικαιούται; :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

 
...ευχαριστώ για τον χρόνο σου.