Τρίτη, Απριλίου 11, 2006

Κισσος-β.














β


Μετά κάθισα κάτω. Πάνω στα φύλλα του. Παρατήρησα ότι ήταν ελαφρά ιδρωμένα σαν στρατιώτες που έπεσαν με τρόμο πάνω στο πεδίο της μάχης. Η ψαλίδα μου ήταν πεταμένη πάνω σε ένα μικρό κουκούγιερο, το σκερπανάκι παρατημένο πάνω στο σαμάρι, τα γάντια ορθάνοιχτα κοίταζαν τον ουρανό. Οι παλάμες τους είχαν βαφτεί σκούρες καφετιές με μαύρες ραβδώσεις. Τον είχα ταρακουνήσει τόσο δυνατά προσπαθώντας να ξεπαστρέψω το κορμάκι του, που είχαν αφήσει κει πάνω τα ίχνη τους τα πιο γερά του πιασίματα, οι αρτηρίες του. Είχα «φάει» πρώτα τα φύλλα και μετά σαν αποκαλύφθηκε ο κορμός, τον έπιασα με τις χούφτες από δυο γερά κλωνιά και σείοντας με δύναμη το δυνατό πλέγμα από τα χιλιάδες ριζίδια, τον είχα φέρει όλο κάτω με μιας, σηκώνοντας ένα σύννεφο σκόνης που μου έφερε βήχα.

Μετά από όλες εκείνες τις υπόκωφες φωνές, όταν σωριάστηκε έτσι μόνο μιας στα πόδια μου ξεψυχώντας, τίποτα δε σάλεψε γύρω. Ο γαϊδαράκος μυστηριωδώς είχε εξαφανιστεί, οι κουρούνες άφαντες. Ως και ο γάτος σηκώθηκε βαριεστημένος σα να ήξερε το τέλος της παράστασης και αποχώρησε αθόρυβος πάνω στις άσπρες πατούσες του. Έμεινα μόνη με το κισσό, τα σκόρπια του φύλλα γύρω μου, πάνω στα ρούχα, τα μαλλιά μου. Ο ουρανός ήταν μαβής τώρα, σα να ρχότανε από μακριά βροχή και με την άκρη του ματιού μου, είδα έναν τεράστιο μέρμηγκα να σέρνει με όλη του τη δύναμη ένα δεκαπλάσιο σε μέγεθος φρυγανισμένο φύλλο κατά τη καλύβα του.

Καλά τα καταφέραμε, είπα απευθυνόμενη στη Μάντρα.. Μόνο που εσύ κακομοίρα δεν έκανες τίποτα. Ούλα εγώ τα έκανα, ξαναείπα μιμούμενη τη τοπική προφορά. Δε μίλησε. Τη κοίταξα καλά τεντώνοντας τα αυτιά, μπας και πιάσω κανένα ψίθυρο αλλά τίποτα. Φαινόταν άχαρη, έτσι ξεγυμνωμένη. Γκρίζα, ταλαιπωρημένη, με τις πέτρες της φαγωμένες μεριά-μεριά σαν πανάσχημη γριά. Τόσα χρόνια με το πράσινο φόρεμα υπήρχε μόνο σαν υποψία, προβάλλοντας πού και πού κανένα αγκωνάρι κατά βούληση και τώρα ολόγυμνη, τρεμοκουκούριζε κάτω από το βλέμμα μου που την περιεργαζόταν με προσοχή. Σα να ντρεπότανε που έγινε ο χαλασμός του κισσού για χάρη της μα σα να το άξιζε κιόλας αυτό το ξεκουκούλωμα, την αναπνοή που βαστούσε τόσα χρόνια. Κι έστεκε εκεί διστακτική και αμίλητη.

Και δεν είσαι μόνο εσύ, συνέχισα μη λαμβάνοντας καμιά απάντηση. Στο κάτω- κάτω κάνε ό,τι νομίζεις από δω και πέρα. Αύριο θα χαλάσω τα κλωνάρια της Μυγδαλιάς που αμόλησαν κατά τη καλύβα. Τα Χορτάρια έχουν σειρά, οι Τσουκνίδες, οι Ακακίες που εμποδίζουν το άνοιγμα στο στάβλο, τα Βρύα και οι Γλιτσίνες ολούθε. Ένας ολόκληρος κόσμος που οργιάζει γύρω μου ολοζώντανος, χαλώντας την αισθητική μου και τη τάξη μου. Πρέπει να τον φέρω βόλτα με το πριόνι μου, την αξίνα , το στειλιάρι. Τι να σου κάνουν πια δυο χέρια άμαθα της πόλης;;

Είπα χέρια και τα θυμήθηκα. Τα κοίταξα σαν ξένα χέρια. Χέρια της πόλης που είχαν γίνει χωριάτικα. Οι άκρες είχαν μαζέψει γύρω από τα νύχια χώμα, ανάμεσα στον αντίχειρα και το δείκτη είχε σχηματιστεί μια μικρή φουσκάλα από τη λαβή της ψαλίδας και οι κόμποι των δακτύλων πονούσαν.

Θυμήθηκα τα χέρια της Σουρεκλεμέ. Με τα ίδια χέρια έσκαβε, ζύμωνε, έσφαζε και έπλεκε στον αργαλειό. Ήταν χέρια εργαλεία. Τα πράγματα μεταμορφώνονταν μέσα στα χέρια της κι όμως δε νομίζω ότι της είχε περάσει τίποτα τέτοιο από το νου. Εννοώ καμιά σημασία δεν τους έδινε. Λειτουργούσε έτσι από φυσικού της, όπως εμείς περπατούμε πάνω στα πόδια μας χωρίς να φανταζόμαστε ότι θα μπορούσε να γίνει αλλιώς ή όπως βλέπουμε με τα μάτια μας και ακούμε με τα αυτιά μας. Αλλά τα χέρια μας δεν προορίζονται πια για τίποτα. Τα έχουμε για ελαφρές εργασίες, ανώδυνες. Λειτουργούν πια σαν μεσάζοντες, σαν μεταπράτες. Σηκώνουμε το τηλέφωνο. Πατάμε κουμπιά. Χέρια της πόλης, πάλλευκα, απαλά με ολοκάθαρα περιποιημένα νύχια. Χέρια που αντιπροσωπεύουν τη σχέση μας με τα πράγματα. Μια θεώρηση της ζωής τόσο απόμακρη από τη ζωή. Ενώ τα χέρια εκείνης βάφονταν από το αίμα του κόκορα, γέμιζαν τα νύχια ζυμάρι, όταν όργωνε χώμα, τα ακροδάκτυλα δούλευαν με το υφάδι και το στημόνι. Ζωντανά χέρια. Αγριωπά. Ανταπέδιδαν τα ίσα στη φύση και αναμετριόντουσαν με τη ζωή και το θάνατο από το πρώτο φως μέχρι τη δύση. Τη νύχτα μόνο ξεκουράζονταν μέσα στα σεντόνια που είχαν τα ίδια υφάνει.

Όλα τούτα δεν είχαν καμιά σημασία για τη Σουρεκλεμέ. Απολύτως καμία. Δεν υπήρχαν όλα τούτα τα ερωτηματικά. Κισσός δεν υπήρχε. Μάντρα δεν υπήρχε. Ξερολιθιά ήταν. Τη γκρέμιζε ο καιρός, την έστηνε πάλι. Πρόχειρα με τα χέρια. Χορτάρι δεν υπήρχε, το αφάνιζαν οι κατσίκες. Παρά κει το κοτέτσι, ο στάβλος. Κουτσουλιές, καβαλίνες ένα πράγμα με το χώμα. Τσιμέντο πουθενά. Τα σπίτια κτισμένα με πέτρα. Από πάνω πρόχειρα ριγμένο ένα κεραμίδι. Λες και ήταν βιαστικό κατάλυμα τα σπίτια για μια σύντομη παραμονή. Τα δωμάτια λιτά. Στο τοίχο ένα καρφί για τα ρούχα. Ρούχα αληθινά που έντυναν το κορμί. Το προφύλαγαν από τον Αλωνάρη, τον Θεριστή. Δεν ήταν ρούχα καλλωπιστικά, της επίδειξης. Ήταν ρούχα εργαλεία και αυτά, προέκταση του κορμιού που ήταν και αυτό ολόκληρο ένα εργαλείο ενάντια στη φύση.

Άλλοι άνθρωποι, άλλα σπίτια, άλλα ρούχα, άλλη ζωή. Γύρισα και κοίταξα τη Μάντρα. Δε μιλάς κι εσύ, της είπα διστακτικά. Τι στέκεσαι έτσι βωβή; Πες μου καλά έκανα και σε αποκάλυψα; Πού σε άφησα έτσι γυμνή μέσα σε ένα ξένο κόσμο. Με άλλους ανθρώπους, άλλα ρούχα, άλλη ζωή;

Καμιά απόκριση. Μόνο να με κοιτά έτσι με τις πέτρες της, τόπους- τόπους πιο σκούρες σα βουρκωμένα μάτια. Κι από πάνω το ίδιο βουρκωμένος ο Ουρανός να αφήνει να περνά θαμπό το φως μέσα σε ένα καινούργιο κόσμο.

Σηκώθηκα αποκαμωμένη και τράβηξα κατά το σπίτι. Κάτω από τα ελαφρά παπούτσια μου έσπασαν σιγανά μερικά ξερά φύλλα από το χαλασμένο κισσό. Αντήχησαν βαθιά μέσα μου σα επωδός ενός άδικου, μάταιου φονικού.

2 σχόλια:

  1. Η γλώσσα όχημα είναι, πώς να το κάνουμε Ντιάνα.

    Βέβαια, η γλώσσα και το θέμα είναι νύχι και σάρκα...

    Πρωτογενώς αυτό που έχω στο νου μου όταν σε διαβάζω είναι το πρόσωπο του ήρωα, οι κινήσεις του, το μυαλό του, η ψυχή του.

    Δεν ξέρω αν σε βοηθώ αλλά ο μάστορας έχει το νου του στην ξερολιθιά, αλλά, βέβαια, διαλέγει τις πέτρες από το σωρό.
    Αλλά μήπως ο καημός των λέξεων και των διαπλοκών τους ωθούν στην παρατήρηση του προσώπου;
    Αλλά μήπως, επίσης, η αλήθεια και το ρίσκο είναι από μόνα τους υψηλά καλολογικά και υφολογικά στοιχεία;
    Δεν ξέρω, αβέβαια πράγματα.
    Από την άλλη μεριά όμως ποιο μυστικό νήμα διαπλέκει αθέατους δεσμούς ανάμεσα σ' αυτά τα μοτίβα;
    Όλα τα θέματα, κάθε μορφή ύλης -πέτρα, ξύλο, σίδερο- ,φέρουν έκτυπα τ' αχνάρια του ανθρώπινου μόχθου, που κάποτε τα σύνταξε για να υπηρετήσουν τους σκοπούς της ζωής: ένας φράχτης, μια ξερολιθιά, ένας τοίχος, ένα δοκάρι, μια στέγη, ένα αλέτρι, μια μηχανή, μια φωτογραφία που κράτησε αμάραντη τη νιότη μιας όμορφης κόρης.
    Και ύστερα ήρθε ο χρόνος, ο πανδαμάτωρ, ο αμείλικτος.
    Γκρέμισε τοίχους και ξερολιθιές, άνοιξε μαύρα απειλητικά ρήγματα, έριξε κάτω στέγες και δοκάρια, ροκάνισε τα σίδερα με τη σκουριά, κιτρίνισε τις παλιές φωτογραφίες.

    Ο χρόνος, "γλύπτης των ανθρώπων παράφορος", όπως τον είδε ο Ελύτης, είναι ο πρωταγωνιστής.
    Ο χρόνος και ο τελεσίδικος σκοπός του



    Ποιο είναι το αντίδοτο στον χρόνο, στη φθορά;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μου θυμισες τον κισσο. Τον ειχα αφησει να κυριεψει το σπιτι, αργο πρασινο αγκαλιασμα πανω στο γαλαζιο ξυλο. Και στην αυλη λοχμες, ξεθαρρεμενα βεργοπουλα και παχεια φυλλα κυκλωναν δικα τους σημεια, αθωρητα, απροσιτα σχεδον.

    Αν το σπιτι ειναι σωμα και η βλαστηση πορεια και μαγεμα; Αν η λιακαδα απο τις γριλλιες εχει κατι να πει, γλυκεια μου φιλη με το βαδισμα σου στις φυλλωσιες, ισως θαλεγε

    Σαν μου χαριζεται η μερα
    ψαχνω τα σκοτεινα σημεια της
    Κι' οταν ερχεται η νυχτα
    στις χαραμαδες της γυρευω το φως

    ΑπάντησηΔιαγραφή

 
...ευχαριστώ για τον χρόνο σου.