Δευτέρα, Απριλίου 10, 2006

Ο Κισσός.






Ούτε κι εγώ δε ξέρω πώς φύτρωσε. Ίσως από αυτούς τους αέρηδες που πιάνουν κάθε χρόνο, νωρίς το Μάρτη. Φσουτττττ από τις χαραμάδες, τις τρύπες ολούθε στην αυλή, τις σκουληκο μερμηγκότρυπες, τις σκοτεινές κρύπτες των ασβών και πάλι έξω, πάνω από τα χορτάρια, τα τρυφερά κεφάλια των βλαστών. Κλέβει ο αγέρας, γυρνοβολά στις ανασαιμιές της πλάσης και νά σου τον! Σκαρφαλωμένος στη ξερολιθιά τώρα! Να περιπλέκεται σαν κουτσομπόλα γυναίκα στο σαμάρι της! Να ανεβοκατεβαίνει τον πυράκανθο, να τραβά κάτω, κατά τις πέτρες. Και να χώνει τελικά τις ρίζες του παντού. Αθόρυβος. Κάτω από τις μυγδαλιές. Τον κορμούς τους. Τα κλαριά, καλύπτοντας ζηλιάρικα τα «μάτια» απ όπου θα έσκαγαν οι καινούργιοι κλώνοι.

Τι ήθελε και φώναζε έτσι; Γύρω, ψυχή ανθρώπου πουθενά! Τίποτις. Μόνο τα ζωντανά: ένας γαϊδαράκος που πρόβαλε τη μουσούδα του από του γείτονα μασουλώντας μια περικοκλάδα, κότες και κάτι καρακάξες που παρατηρούσαν επιφυλακτικές από τα κεραμίδια της σκεπής.

Αμ δε! Θα σε ξηλώσω, σκέφτηκα Είσαι θρασύτατος να σέρνεσαι έτσι προβάλλοντας την παντοδυναμία σου πάνω στα ακίνητα πράγματα. Πέτρες, λιθάρια βούληση δεν έχουν. Και κάνεις πάνω τους τη φιγούρα σου, καημένε! Τόσο ξεδιαντροπιάστηκες πια που βαλες στο μάτι και την αμυγδαλιά.

Κατέβηκα αποφασιστικά τη μικρή κατηφοράδα, πήκτρα στο χαμομήλι και ξεχώνιασα από τη παλιά κασέλα του πατέρα τα σύνεργα για το χαλασμό του: γάντια για τα σκορπίδια, ψαλίδα, ένα μικρό σκερπανάκι και μια αυτοσχέδια σκαλίτσα με τρία σκαλιά μόνο, καρφωμένα με πρόκα σε δυο κάθετα ξύλα, αρκετά στέρεα όπως μου φάνηκαν.

Την έστησα κόντρα στη ραχοκοκαλιά της κι άρχισα. Κλαρί και ψαλιδιά. Ψαλιδιά και βογκητό ο κισσός. Μπορεί και να μου φάνηκε. Και γιατί όχι; Ζωντανό πράγμα δεν είναι; Πώς δεν είναι αφού από δική του βούληση τραβά δεξιά- ζερβά και απλώνεται κατά πώς θέλουν οι χυμοί και οι μυστικές προσταγές της φύσης του. Ενώ η μάντρα ακίνητη! Πόσα χρόνια τώρα; Μικρό παιδί ήμουνα. Χαράχτηκε όμως στη μνήμη μου όλη εκείνη η αναμπουμπούλα με τα μαστόρια, τις λακκούβες, το χαρμάνι που «γύριζε» ένας πιτσιρικάς- θυμάμαι πώς έφτυνε τις χούφτες του και πώς χειριζόταν σαν φτερό το φτυάρι- φλάπ- φλάπ και δώστου νερό με τον τενεκέ κι απ εκεί στο καρότσι, τη πήγαινε σβέλτα στον μάστορα με το μυστρί κι ετούτος τα έβαζε τα λιθάρια το να πάνω στο άλλο, παράχωνε και κανένα κεραμίδι ...τρεις- τέσσερις μέρες δε ξέρω πόσο, θαρρώ κράτησε έναν αιώνα μα όταν τέλειωσε ήταν ένα θάμα αρχιτεκτονικής που έμελλε να θυμίζει μια εποχή, ένα σύνορο από το δρόμο αλλά και από τους χειρώνακτες της πέτρας...

Κι έμεινε εκεί αλώβητη. Εκτός από κανά δυο απώλειες από κάποια ατσούμπαλα παρκαρίσματα ανίδεων οδηγών και κανά δυο ραγίσματα που της κατάφερε ο πάγος, στέκει κει περηφανής σα γηραιά κυρία παρατηρώντας του πεζούς που εναλλάσσουν τα χρόνια. Πρώτα έβλεπε λιγνές γερόντισσες, κουκουλωμένες έως τα χείλη με τσεμπέρια. Τραβάνε διστακτικά κατά τον κατήφορο κρατώντας κανά κερί για καμιά κηδεία. Μετά λιγόστεψαν. Σπάνια περνούν και μοιάζουν τόσο παράταιρες να ακουμπούν οι σκιές τους πάνω στα ανακαινισμένα σπίτια. Οι άνθρωποι τα «έφτιαξαν». Τα αρμολόγησαν στη προσπάθειά τους να ζωντανέψουν το παρελθόν μα το χέρι τούτο φαντάζει ψεύτικο πάνω τους. Γκρέμισαν τα παλιά μπαλκονάκια με τις χειροποίητες σιδεριές για να ρίξουν «ταράτσες», να έχουν θέα. Η μάντρα εκεί. Να παρατηρεί μέσα από τις τρύπες της. Και τώρα τούτος, ο κισσός, σα να θέλει να της στερήσει και αυτή τη στερνή παρηγοριά: να στέκει εκεί ακάλυπτη, γυμνή μπροστά σε τόσα φτιασίδια ανθρώπων και οικιών και λαμπτήρων και καλλωπιστικών φυτών. Δε ξέρω μπορεί και να τη λυπήθηκε κιόλας. Να θέλει να βάλει τις παλάμες του φιλεύσπλαχνα γύρω από τα μάτια της. Να μη βλέπει τις αλλαγές. Να μη νογάει το πόνο του κεραμιδιού, της ώχρας, του λιθαριού. Κι είναι κι εκείνο το απέραντο μενεξεδί του τοίχου της πέρας καλύβας, δίπλα στο χάλασμα .....Όλα τούτα συνεννογιούνται με τα χρώματα και τις καμπύλες και τις μερμηγκοφαγωμένες γωνίες τους και το αποφασίζουν βαθιά μέσα τους τις νύχτες, ότι άλλη αυγή δεν θέλουν να ρίξει τις ηλιαχτίδες της πάνω τους αλλά αυτή πάντα έρχεται σκληρόκαρδη, παιγνιδίζοντας, να τα παραδώσει σε μια καινούργια μέρα. Κι άλλη. Κι άλλη κι άλλη. Και αυτά ακίνητα; Ναι, άβουλα να παρατηρούν μιαν ατέρμονα αλλαγή. Καλπάζουσα, ασθμαίνουσα, σύγχρονη, αστραφτερή; Ναι, αστραφτερή.

Συνέχισα έτσι για ώρα να κόβω τα κλαριά, να τραβώ με μανία τις ρίζες από τα σπλάχνα της. Γέμισε ο τόπος λαβωμένα φύλλα. Τα πήρε ο αγέρας και τα στροβίλισε τον κατήφορο κλαυθμηρίζοντας. Ο γάτος στη μάντρα, κατάμαυρος γύρισε τα μάτια του με απορία. Ψηλά από το πατζούρι πρόβαλε ο γερο-Φώτης και σε λίγο τον είδα να σέρνει τις παντόφλες του κατά το κεφάλι της μάντρας στηριγμένος στο μπαστούνι του. Δε ξέρω τι ήταν όλοι τούτοι οι θόρυβοι χαμηλά από τα μακρινά της θεμέλια. Σα βογκητά γέροντα μου φάνηκαν που κάλυπταν τις διαμαρτυρίες του νεαρού κισσού. Μπορεί κάτι να μουρμούριζε και ο Φώτης μέσα από τα φαφούτικα ούλα του. Τίποτα δεν άκουσα. Προσποιήθηκα σιωπή και χρατς- χρατς, ανεβοκατέβαζα τη ψαλίδα μου σοβαρή. Ανεπηρέαστη.

Τίποτα πιο ζωντανό από τα ακίνητα πράγματα, τα ανυπεράσπιστα. Που ζητάνε να λυτρωθούν από τα πνιγηρά χάδια, τα σφιχτά αγκαλιάσματα, τα χνώτα της σύγχρονης εποχής πάνω στην ακριβή τους θαμπάδα.....

3 σχόλια:

  1. Καλημέρα Ντιάνα.

    Δεν ξέρω αλλά δυο πράγματα μου ήρθαν στο νου διαβάζοντας το κείμενο σου

    1- Ότι υπάρχουν, ακόμη σήμερα, άνθρωποι που ονειρεύονται τη θαλπωρή της πρωταρχικής κατοικίας των παιδικών χρόνων, το σπίτι μέσα στους κισσούς, κάτω από τη σκίαση ενός βλέμματος ερωτευμένου με την αιθρία.
    Που ονειρεύονται τη φοβερή πιθανότητα να είχαν έρθει αλλιώς τα πράγματα, να είχαν την τύχη ενός καταφυγίου αναμνήσεων απαλλαγμένων από τις ψυχικές κακουχίες. Ονειρεύονται το παιδί που υπήρξαν και το παιδί που απεκτησαν.

    Εν ολίγοις ονειρεύονται έναν ορισμένο έρωτα για το αγαθό.

    Και

    2- Το βιβλίο του Στίβεν Κινγκ το «Φυτό» (The Plant) που θεωρήθηκε η αρχή του τέλους για τους εκδοτικούς οίκους.
    Ο Στίβεν Κινγκ ξεκίνησε ένα διαδικτυακό πείραμα. Ξεκίνησε να δημοσιεύει το βιβλίο , "Το Φυτό" στην ιστοσελίδα του: www.stephen king.com.
    Η ιδέα ήταν ένα επεισόδιο το μήνα "pay as you go".

    Αποφάσισε να σταματήσει το πείραμά του ύστερα από 6 μήνες και μετά από 6 κεφάλαια.

    Το "Φυτό" είναι για ένα τεράστιο υπερφυσικό αμπέλι που μεγαλώνει ανεξέλεγκτο μέσα σε έναν εκδοτικό οίκο.
    Προσφέρει δόξα και πλούτη και φυσικά και αύξηση της τιμής των μετοχών του εκδοτικού οίκου στο χρηματιστήριο.
    Το μόνο που θέλει από σένα είναι λίγη σάρκα, λίγο αίμα και ίσως και ένα κομμάτι από την ψυχή σου.

    Αυτό που έκανε το "Φυτό" να πιάσει στο Ίντερνετ ήταν, τουλάχιστον σύμφωνα με το δικό μου διεστραμμένο μυαλό, το ότι μέσα και εκδοτικοί οίκοι πιστεύουν πως βλέπουν αυτό το τέρας όταν έρχονται αντιμέτωποι με το Διαδίκτυο και την "ηλεκτρονική λογοτεχνία". Βλέπουν δηλαδή έναν προβληματικό κισσό που πνίγει τα άλλα φυτά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μέρμηγκα, διαβάζεις μέσα από τις γραμμές πριν ....τις γράψω. Είναι αλήθεια ότι όχι μόνο ονειρευόμαστε καταφύγια αλλά προσπαθούμε να τα κατασκευάσουμε κιόλας φέρνοντας το κόσμο στα μέτρα μας. Να κάνουμε την ανάμνηση πραγματικότητα. Ατελέσφορη προσπάθεια, μιας και η επέμβασή μας απογυμνώνει περισσότερο τα πράγματα.. Κάτι τέτοιο συμβαίνει νομίζω στη συνέχεια της ιστορίας του κισσού...

    Για τη δεύτερη σκέψη δε ξέρω τι να πω. Ίσως η γραφή στο διαδίκτυο να είναι ένας τεράστιος κισσός, ολοζώντανος, με τη δική του σάρκα, αίμα και ψυχή. Άπειρα μικρά κλωνιά που στριφογυρίζουν πάνω στο σώμα της γραφής, που ξεπετάγονται καθημερινά ανεξέλεγκτα προς κάθε κατεύθυνση, άναρχα, θρασύτατα πολλές φορές, με τη δική τους δύναμη αλλά έχουν το δυναμικό ενός φύλλου που κάποιος έβαλε ανάμεσα στις σελίδες ενός βιβλίου και που έμεινε εκεί ξεραμένο μεν αλλά τέλειο απολίθωμα της στιγμής;; Λες γι αυτό να σταμάτησε το πείραμα και ο Κινγκ;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Γράφεις πολύ ωραία,δουλεύεις καλά το λόγο.Θα σε επισκέπτομαι συχνά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

 
...ευχαριστώ για τον χρόνο σου.